Μέ τόν ὅρο «ἐκτροπή» νά δεσπόζει στήν κοινοβουλευτική ἀντιπαράθεση, ἡ Βουλή εὑρέθη στό ἐπίκεντρο μιᾶς ἰδιαιτέρως ὀξείας πολιτικῆς συγκρούσεως ἀνήμερα τῆς ἐπετείου γιά τά 52 ἔτη ἀπό τήν ἀποκατάσταση τῆς Δημοκρατίας.
Ἡ συζήτησις γιά τήν συνταγματική ἀναθεώρηση ἐξελίχθηκε σέ μετωπική ἀναμέτρηση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη καί τοῦ Προέδρου τοῦ ΠΑΣΟΚ Νίκου Ἀνδρουλάκη, μέ ἐπίκεντρο τήν λειτουργία τῶν θεσμῶν, τήν δημοκρατική νομιμοποίηση τῶν κυβερνητικῶν ἐπιλογῶν καί τίς προτεινόμενες μεταβολές τοῦ Συντάγματος.
Ὁ κ. Ἀνδρουλάκη ὑπεστήριξε ὅτι τό ΠΑΣΟΚ ἀναδείχθη Ἀξιωματική ἀντιπολίτευσις χωρίς νά προκαλέσει «ἐκτροπή», καταλογίζοντας στήν Κυβέρνηση διαδοχικές θεσμικές παρεκκλίσεις. Ἔκανε λόγο γιά τίς ὑποκλοπές, τίς Ἐξεταστικές Ἐπιτροπές, τήν ὑπόθεση τῶν Τεμπῶν καί τήν διαχείριση κρίσιμων κοινοβουλευτικῶν διαδικασιῶν, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ κυβερνητική πλειοψηφία ἐπιδιώκει τόν κομματικό ἔλεγχο τῶν θεσμῶν. Παραλλήλως, ἐτόνισε ὅτι τό κόμμα του δέν ἐπιδίδεται σέ «παιχνίδια παρασκηνίου» οὔτε λειτουργεῖ μέ ὅρους διαπλοκῆς.
Ἡ ἀναφορά στήν «ἐκτροπή» προεκάλεσε τήν ἔντονη ἀντίδραση τοῦ κ. Μητσοτάκη, ὁ ὁποῖος χαρακτήρισε τόν συγκεκριμένο ὅρο ἱστορικῶς βαρύ καί ἀδόκιμο. «Ἐκτροπή ἦταν ὅταν κατέβηκαν τά τάνκς», ἀνέφερε χαρακτηριστικῶς, ἐπισημαίνοντας ὅτι τέτοιου εἴδους χαρακτηρισμοί παραπέμπουν στήν δικτατορία καί δέν μποροῦν νά ἀποδίδονται σέ μία δημοκρατικῶς ἐκλεγμένη Κυβέρνηση. Ὁ Πρωθυπουργός κατηγόρησε ἀκόμη τόν κ. Ἀνδρουλάκη ὅτι ἐνεφανίσθη κατώτερος τῶν περιστάσεων, ἀφιερώνοντας τό μεγαλύτερο μέρος τῆς τοποθετήσεώς του σέ «ἀναμασημένες θεωρίες» ἀντί τῆς οὐσίας τῆς συνταγματικῆς ἀναθεωρήσεως.
Ἀπαντῶντας στίς αἰχμές περί «ἀφεντικῶν», ὁ κ. Μητσοτάκη ὑπεστήριξε ὅτι μοναδικό ἀφεντικό τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ ἑλληνικός λαός, ὑπενθυμίζοντας τίς διαδοχικές ἐκλογικές νῖκες τῆς Νέας Δημοκρατίας καί τό 41% τῶν τελευταίων ἐθνικῶν ἐκλογῶν. Παραλλήλως, κατηγόρησε τόν Πρόεδρο τοῦ ΠΑΣΟΚ ὅτι ἀντιμετωπίζει τήν Νέα Δημοκρατία μέ ἰδεολογική ἐμμονή, ἀδυνατῶντας νά ἀναγνωρίσει οἱαδήποτε θετική κυβερνητική πρωτοβουλία.
Ἡ σύγκρουσις ἐπεξετάθη καί στό ζήτημα τῆς συνταγματικῆς ἀναθεωρήσεως, μέ ἐπίκεντρο τό ἄρθρο 16. Ὁ κ. Ἀνδρουλάκης ὑπερασπίσθηκε τήν ἐπιλογή τοῦ κόμματός του νά μήν συναινέσει ἐξ ἀρχῆς σέ πλειοψηφία 180 βουλευτῶν, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἐπρόκειτο περί θεσμικῆς στάσεως πού διασφαλίζει εὐρύτερες συναινέσεις. Ὁ κ. Μητσοτάκη ἀντέτεινε ὅτι ἡ στάσις αὐτή ἀντίκειται στό πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, τονίζοντας ὅτι οἱ ἑπόμενες ἐθνικές ἐκλογές θά προσφέρουν τήν δημοκρατική νομιμοποίηση γιά τίς ἀναθεωρητικές προτάσεις τῆς Νέας Δημοκρατίας.
Στό κλῖμα τῆς ἀντιπαραθέσεως, ὁ κ. Ἀνδρουλάκη ἐπανέφερε καί τό ζήτημα τῶν λεγομένων «χρυσῶν» σπιτιῶν ἀνακυκλώσεως, κάνοντας λόγο γιά σοβαρές σκιές ὡς πρός τό κόστος προμηθείας τους καί διερωτώμενος ἐάν ἡ ὑπόθεσις ἐξελίσσεται σέ «νέο ΟΠΕΚΕΠΕ». Κοντολογίς, ἡ συνεδρίασις πού ἐπραγματοποιήθη σέ μία ἡμέρα ὑψηλοῦ συμβολισμοῦ γιά τήν Δημοκρατία κατέληξε νά ἀναδείξει τό βάθος τῆς πολιτικῆς πολώσεως, ἐπιβεβαιώνοντας ὅτι ἡ ἀντιπαράθεσις περί θεσμῶν καί Συντάγματος θά συνεχίσει νά κυριαρχεῖ στήν πολιτική ἐπικαιρότητα.

