Πλήττονται βασικές θεσμικές ἐγγυήσεις τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας
Σφοδρές αἰχμές κατά τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης διατυπώνει ἡ Ἕνωσις Δικαστῶν καί Εἰσαγγελέων γιά τήν νομοθετική παρέμβαση, βάσει τῆς ὁποίας παρατείνεται ἐκ νέου ἡ θητεία τῶν διοικήσεων τῶν μεγάλων δικαστηρίων, κάνοντας λόγο γιά πρακτική πού ὁδηγεῖ στήν οὐσιαστική κατάργηση τοῦ αὐτοδιοικήτου, ζήτημα τό ὁποῖο ἀπό χθές ἔχει ἀναδείξει ἡ «Ἑστία».
Ὅπως ἐπισημαίνει, ἡ παράτασις τῆς θητείας, χωρίς τήν προβλεπομένη διαδικασία ἐκλογῆς, ἔχει πλέον ὑπερβεῖ τά ὅρια τῆς ἐξαιρέσεως καί τείνει νά μετατραπεῖ σέ πάγιο κανόνα, πλήττοντας μία ἀπό τίς βασικές θεσμικές ἐγγυήσεις τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Παρά τήν σκληρή αὐτή κριτική, ἡ Ἕνωσις ἀρκεῖται νά ζητήσει ρητή δέσμευση τοῦ ὑπουργείου ὅτι ἡ νέα παράτασις θά εἶναι ἡ τελευταία.
Ὅπως ἐπισημαίνεται στίς παρατηρήσεις της ἐπί τοῦ νομοσχεδίου, «τό αὐτοδιοίκητο τῶν Δικαστηρίων εἶναι οὐσιῶδες κεφάλαιο τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας», τονίζοντας ὅτι ἡ τακτική ἐπιλογή τῶν διοικήσεων μέσῳ ἀρχαιρεσιῶν ἀποτελεῖ βασική ἐγγύηση τῆς εὔρυθμης λειτουργίας, τῆς ἐναλλαγῆς τῶν προσώπων καί τῆς διατηρήσεως τῶν ὑπηρεσιακῶν ἰσορροπιῶν.
Ἰδιαίτερη ἀναφορά γίνεται στό γεγονός ὅτι ἡ ἐπίμαχη διάταξις δέν ἐτέθη σέ δημόσια διαβούλευση, ἀλλά εἰσήχθη ἀπ’ εὐθείας πρός ψήφιση, κατά παρέκκλισιν, ὅπως σημειώνεται, τῶν ἀρχῶν τῆς καλῆς νομοθετήσεως. Παραλλήλως, ἐπισημαίνεται ὅτι οἱ πρώην εἰρηνοδίκες, οἱ ὁποῖοι ἐνετάχθησαν στά Πρωτοδικεῖα μετά τήν ἑνοποίηση τοῦ πρώτου βαθμοῦ δικαιοδοσίας, ἐξακολουθοῦν νά στεροῦνται τῆς δυνατότητος συμμετοχῆς στίς διαδικασίες ἐκλογῆς τῶν διοικήσεων, γεγονός πού χαρακτηρίζεται ὡς σοβαρή παραβίασις τῶν δικαιωμάτων συμμετοχῆς τους.
Πέραν τοῦ ζητήματος τῆς παρατάσεως, ἡ Ἕνωσις ἐκφράζει ἐπιφυλάξεις καί γιά ἄλλες ρυθμίσεις τοῦ νομοσχεδίου. Εἰδικώτερα, ἀντιδρᾶ στόν περιορισμό τῶν δυνατοτήτων διορισμοῦ ἀπολυθέντων δικαστικῶν λειτουργῶν ἀποκλειστικῶς στίς γραμματεῖες τῶν δικαστηρίων καί στίς ὑπηρεσίες τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ἀντί τῆς μέχρι σήμερα δυνατότητος τοποθετήσεώς τους σέ δημόσια διοικητική θέση. Κατά τήν ἄποψή της, ἡ μεταβολή αὐτή ἀποδυναμώνει ἕναν θεσμό πού λειτουργοῦσε ὡς ἐγγύησις προστασίας τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας καί περιορίζει τήν δυνατότητα ἀξιοποιήσεως τῆς ἐμπειρίας καί τῶν προσόντων τῶν συγκεκριμένων λειτουργῶν στό Δημόσιο.
Ὡς πρός τίς ἀλλαγές στό καθεστώς ἀσκήσεως ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ Ἕνωσις ἀναγνωρίζει τήν ἀνάγκη ἀναβαθμίσεως τοῦ ρόλου τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου καί θεωρεῖ εὔλογη τήν δημιουργία μηχανισμοῦ ἀξιολογήσεως τῶν ὑποθέσεων πού χρήζουν ἀναιρετικοῦ ἐλέγχου. Ὡστόσο, ἐκφράζει προβληματισμό γιά τήν διατύπωση τῆς σχετικῆς διατάξεως, ἐπισημαίνοντας ὅτι ἐνδέχεται νά δημιουργηθοῦν ἑρμηνευτικές ἀσάφειες ὡς πρός τίς ἀπορριπτικές ἀποφάσεις καί τίς διαφορές μή χρηματικῆς ἀποτιμήσεως. Γιά τόν λόγο αὐτό ζητεῖ τήν ἀποσαφήνιση τοῦ κειμένου πρό τῆς ψηφίσεώς του.
Συνολικῶς, ἡ Ἕνωσις Δικαστῶν καί Εἰσαγγελέων ὑποστηρίζει ὅτι κρίσιμες μεταβολές πού ἀφοροῦν στό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τήν ὑπηρεσιακή κατάσταση τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν θά ἔπρεπε νά εἶχαν ἀποτελέσει ἀντικείμενο οὐσιαστικῆς διαβουλεύσεως. Παραλλήλως, ἐπαναλαμβάνει ὅτι ἡ πρακτική τῶν συνεχῶν παρατάσεων δέν μπορεῖ νά ἀποτελεῖ μόνιμο κανόνα καί καλεῖ τό ὑπουργεῖο νά δεσμευθεῖ ρητῶς πώς ἡ ἰσχύουσα παράτασις θά εἶναι ἡ τελευταία, ὥστε νά διαφυλαχθεῖ ὁ θεσμός τοῦ αὐτοδιοικήτου καί ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης.

