ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΡΙΑ ΖΕΥΓΗ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 31 Δεκεμβρίου 1918

Ἐν ᾧ δύο παχύτατες βοῦρτσες καταγίνονται νά χαρίσουν λάμψιν καί νεότητα εἰς τά ὑποδήματα, μέ τά ὁποῖα ἐξεκίνησα ἀπό τό μακάριον ἔτος 1918 διά νά εἰσέλθω εἰς τό μακάριον ἔτος 1919, παρατηρῶ παραπλεύρως, ἐπί τοῦ πεζοδρομίου, τρία ἄλλα ζεύγη παπουτσιῶν, τά ὁποῖα περιμένουν τήν σειράν τους. Οἱ ἰδιοκτῆται των, εἴτε δι’ ἔλλειψιν βερνικιοῦ, εἴτε δι’ ἔλλειψιν τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ, εἴτε χάριν μιᾶς ἐξαιρετικῆς πολυτελείας, διά τό ἔκτακτον τῆς ἡμέρας, εἶχαν ἀποστείλει, πρό μιᾶς στιγμῆς, μέ ἕνα μικροσκοπικόν ὑπηρετίδιον, τήν τριλογίαν αὐτήν πρός τόν ἐπιστήμονα καί καλλιτέχνην στιλβωτήν, μέ τήν ἰδιαιτέραν παραγγελίαν νά βάλῃ καί «Εὐρωπαϊκό».

Ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια ἀντεπροσωπεύετο, τοιουτοτρόπως ἐπάνω εἰς τό ὑγρόν ἐκεῖνο πεζοδρόμιον. Ἀντεπροσωπεύετο μέ τά θεμέλια αὐτά τῆς ὑπάρξεώς της, ἐπί τῶν ὁποίων στηριζομένη ἔμελλε νά χαιρετίσῃ τόν νέον ἐνιαυτόν. Καί ὁμολογῶ ὅτι τό θέαμα, τό ἐξαιρετικῶς ὑποβλητικόν ἄλλως τε, μοῦ ἔδωκε μίαν πολλαπλῆν συγκίνησιν. Ἕνα ζεῦγος μεταχειρισμένα παπούτσια εἶνε ἱκανόν νά ὁμιλήσῃ εἰς τήν ψυχήν τοῦ ἀνθρώπου διά πολλά πράγματα. Καί τρία ζεύγη ἀκόμη περισσότερον. Διότι δέν ὑπάρχει, πράγματι, κεφάλαιον τοῦ ἱματισμοῦ, τό ὁποῖον νά συνδέεται στενώτερα μέ τόν ἄνθρωπον καί ν’ ἀποτυπώνῃ τήν «μοιραίαν γραμμήν» του, δηλαδή τήν βιογραφίαν του, περί τῆς ὁποίας εἶχεν ὁμιλήσει ὁ Ράσκιν, ὅπως τό παποῦτσι. Καί συμβαίνει, ὥστε τό σκαρπινάκι τῆς μαρκησίας, μέ τήν ἀδαμαντοκόλλητον πόρπην, νά εἶνε συχνά τόσον εὔγλωττον διά μίαν αἰσθαντικήν ψυχήν, ὅσον καί τό ξεκοιλιασμένο παληοπάπουτσο, τό ὁποῖον σαπίζει ὑπό τήν βροχήν, ἐγκαταλελειμμένον καταμεσῆς τοῦ ἀγροῦ.

Ἡ τριλογία ὅμως, περί τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, εἶχε κάποιον βαθύτερον παλμόν ἀκόμη. Εἶχε τόν κοινόν παλμόν τῆς οἰκογενείας, συγκεντρωμένης ἐπάνω εἰς μίαν σπιθαμήν γῆς. Καί τά πράγματα ἦσαν τόσον σαφῆ καί εὐδιάκριτα. Ἦτον ὁ κύριος, ἡ κυρία καί τό παιδάκι, ὅπως εἰς τό παλαιόν, καλοτυχισμένον μυθιστόρημα τοῦ Γουσταύου Δρόζ. Ὅλη ἡ οἰκογένεια!

Ἦτον, ἐν πρώτοις, ἕνα ζεῦγος ἀνδρικά παπούτσια, στυγνά καί κατηφῆ, τά ὁποῖα ὡμιλοῦσαν δι’ ἕνα βίον πολυπλαγκτόν καί μακρόν καί τά ὁποῖα θά ἠμποροῦσαν ν’ ἀνήκουν ἀξιόλογα καί εἰς τόν κατηραμένον ἐκεῖνον Ἀχασβῆρον. Πληγωμένα ἀπό τόν χρόνον, ρυτιδωμένα ἀπό τό γῆρας, γεμᾶτα ὕβους καί κοιλότητας, βασανισμένα καί κουρασμένα ἀπό τήν ζωήν, ὡμιλοῦσαν διά τά χιλιόμετρα τῆς γῆς, τά ὁποῖα διέσχισαν εἰς τόν δρόμον τῆς ἀρετῆς ἤ τόν δρόμον τῆς κακίας –ἄδηλον. Ἦτον ἔπειτα ἕνα ζεῦγος γυναικεῖες μπότες, φθονητῆς νεότητος, ἀκμῆς καί κανονικότητος, ὑπερύψηλες, θαῦμα γραμμῆς καί σχήματος, θαῦμα δέρματος, θαῦμα διακοσμητικῆς ἐπιμέλειας, ἀντιπροσωπεῦον περιουσίαν ὁλόκληρον. Ἕνα ποδαράκι Σαντριγιόν εἶχε προφθάσει ἐν τούτοις ν’ ἀποτυπώσῃ καί τήν μοιραίαν γραμμήν. Ἀλλά θά ἤμεθα ἀδιάκριτοι νά ὁμιλήσωμεν διά τήν βιογραφίαν αὐτήν. Εἰς ποίας τρίβους ὡδήγησαν τήν δέσποινάν των, μέ τήν ὑπόκρουσιν δύο γλαφυροτάτων τακουνιῶν κατά τό ἀπερχόμενον ἔτος, καί εἰς ποίας θά τήν ὁδηγήσουν κατά τό ἀνατέλλον, τό γνωρίζουν μόνον οἱ φύλακες ἄγγελοι καί μερικοί ἀκόμη θνητοί, ἐκτός ἡμῶν. Ὁπωσδήποτε, οἱ δύο αὐτοί πιστοί σύντροφοι εἶχαν μάθῃ τούς δρόμους τῆς ζωῆς ἀπό τό ἔτος πού ἀπέθανε χάριν τοῦ ἔτους πού γεννᾶται. Καί ἐκρατοῦσαν μέ φιλαρέσκειαν τά μυστικά των. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, νά μή φιλοσοφήσωμεν πλέον ἐμπρός εἰς τό τρίτον ζευγάρι. Ἦσαν τά παπουτσάκια τοῦ παιδιοῦ. Αὐτά δικαιοῦνται μόνον εἰς φίλημα. Ἐάν ἀπό ἕνα κομμάτι δέρμα ἠμπορῇ νά κατασκευασθῇ ἕνα ἄνθος καί ἕνα ποίημα, τό ἄνθος καί τό ποίημα αὐτό ἦσαν τά μικρά ἐκεῖνα ἀνήσυχα παπουτσάκια, μέ τά ὁποῖα ἡ ἀθωότης ἐβάδισεν εἰς ἕνα μόνον δρόμον: Εἰς τόν δρόμον τῶν Παραδείσων. Τό παιδικόν ποδαράκι δέν τά ἐφείσθη καθόλου. Τά ἐφόρεσε, τά ἐκαμάρωσε, τά ἔδειξεν εἰς ὅλον τόν κόσμον καί ἔπειτα ἄρχισε νά χτυπᾷ τά βότσαλα τῆς ἀκρογιαλιᾶς, τῇς πέτρες τοῦ δρόμου, τά ἀγκάθια τοῦ ἀγροῦ, χωρίς οἶκτον. Ἔπειτα τά ἐβάπτισεν εἰς τό κῦμα. Ἔπειτα ἐζύμωσε μέ αὐτά τήν λάσπην. Ἔπειτα, τό βράδυ, τά ἔβγαλεν ἀπό τά ποδαράκια του, τά ἔστειλε νά χαιρετίσουν τό ταβάνι καί τό πάτωμα καί ἀπεκοιμήθη. Τό πρωΐ τά ἐπῆρε τό μικροσκοπικόν ὑπηρετίδιον καί τά ἔφερεν εἰς τόν λοῦστρον τοῦ πεζοδρομίου. Καί διηγοῦνται τώρα ὅλην τήν χαριτωμένην ἱστορίαν των, χωρίς ν’ ἀποκρύπτουν τίποτε, χωρίς νά κρατοῦν ἕνα μυστικόν.

– Καλή χρονιά ἀφεντικό! Μοῦ εἶπεν ὁ λοῦστρος, συμπληρώσας τήν ἀναστύλωσιν τῶν ἁμαρτωλῶν μου ἐρειπίων.

Ἔρριψα ἕνα βλέμμα εἰς τά παπούτσια τοῦ παιδιοῦ, ποῦ δέν τά ἐχωροῦσεν ὁ τόπος, καί τούς εἶπα κι’ ἐγώ ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μου:

– Καλή χρονιά! Καλή χρονιά! Μικρά μου παπουτσάκια!

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

ΝΙΚΉΤΑΣ ΤΣΑΚΊΡΟΓΛΟΥ: «Ἡ πίστη μᾶς στηρίζει στίς δύσκολες στιγμές»

Εφημερίς Εστία
Πῶς νά χωρέσουν σέ μία σελίδα ἡ ζωή καί ἡ ἑπτά δεκαετιῶν καρριέρα τοῦ 88 ἐτῶν Ἕλληνος ἠθοποιοῦ, σκηνοθέτου καί διδασκάλου, Νικήτα Τσακίρογλου, ἐκ τῶν κορυφαίων τοῦ μεταπολεμικοῦ μας θεάτρου;

Πληθωρισμός καί ἀκρίβεια ἐξανεμίζουν τίς παροχές

Εφημερίς Εστία
Στό ναδίρ ἡ ἀγοραστική δύναμις τῶν νοικοκυριῶν Δραματική συρρίκνωσις ὄσων ἐξηγγέλθησαν στήν Θεσσαλονίκη

Γυμναστική στήν ματαιότητα ἀπό τούς «πλησιόσαυρους» τῆς ἐξουσίας

Εφημερίς Εστία
Ὁ κύριος Τσίπρας δέν ἐπισημοποίησε μόνο τό δικό του ἀδιέξοδο ὁρίζοντας ὡς ἀντίπαλό του τόν «κανένα», ἐπισημοποίησε καί τοῦ Πρωθυπουργοῦ

Ἑστία, Σάββατον 24 Σεπτεμβρίου 1966*

Πρό 60 ἐτῶν
Πρό 60 ετων: «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΚΡΙΒΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ» - «ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΙΣ ΣΥΛΗΜΕΝΩΝ ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ»

Τό λεγόμενο «σπίτι» τοῦ Κεμάλ στήν Θεσσαλονίκη

Εφημερίς Εστία
Θυμίζουμε ὅτι τό 2011 ὑπῆρξε ὁμόφωνη ἀπόφαση τοῦ Κεντρικοῦ Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ νά κηρυχθεῖ ὡς μνημεῖο