Τότε, περνούσαμε καλά, μέ μιά πορτοκαλάδα

Χάσαμε ἕναν ἀκόμη καλό φίλο, μέλος ἐκείνης τῆς μεγάλης παρέας, πού στήν δεκαετία τοῦ ’60-’70 ταρακούνησε τήν ἑλληνική μουσική σκηνή.

Ὁ Βασίλης Κωνσταντινίδης, πού ἔφυγε στά 77 του χρόνια, ξεκίνησε ἀγοράζοντας μέ δόσεις ἕνα σέτ τυμπάνων ἀπό τό κατάστημα τοῦ Μενέλαου Ἀλεξᾶ, στήν ὁδό Ἀναξαγόρα, ἀπέναντι ἀπό τό «Ρομάντσο».

Τότε, ὅλοι οἱ τηνέητζερς, πού εἴχαμε τρέλλα μέ τήν πόπ-ρόκ μουσική, ἀφήναμε τό χαρτζιλίκι μας στά μουσικά καταστήματα. Στοῦ Μενέλαου, τοῦ Λαγγούση, τοῦ Νάκα, στό «Ντό-Ρέ-Μί», στοῦ Μαλλίδη, τοῦ Τσιτιρίδη ἀλλά καί στοῦ Σκεντερίδη, καί τοῦ Ζοζέφ στόν Πειραιᾶ!

Μέ τόν Βασίλη Κωνσταντινίδη γνωρίστηκα σέ ἕνα ἀπό τά Μουσικά ἀπογευματινά πού διοργάνωνε κάθε Δευτέρα στό θέατρο Μινώα ὁ Νῖκος Μαστοράκης.

Πιτσιρίκος ἐγώ, φτασμένος ντράμερ, μέ τούς «Ἄιντολς» (Ντῖνος Παπαβασιλείου, Νότης Λαλαΐτης, Ντέμης Ροῦσσος, Ἀντώνης Γιούλης, Τζό Μισά), ἐκεῖνος. Στά δεκαπέντε μου εἶχα τήν εὐτυχία ἡ μητέρα μου, πού εἶχε δικό της ἰδιωτικό σχολεῖο, ἦταν θεόφαλτση ἀλλά τῆς ἄρεσε ἡ μουσική, νά μοῦ δίνει χρήματα γιά νά ἀγοράζω ὄργανα!

Πήγαινα τίς Δευτέρες στό «Μινώα», καί ὅλο κάποιος μουσικός «κάτι» πουλοῦσε. Ἔτσι ἀγόρασα ἀπό τόν Ντέμη Ροῦσσο τόν πρῶτο μου ἐνισχυτή καί ἀπό τόν Βασίλη τό πρῶτο μου μικρόφωνο, μέ βάση-γερανό.

Ἀργότερα ἀπέκτησα τό πρῶτο μου ἁρμόνιο, ἕνα «Λίβινγκστον» δίσκαλο, πτυσσόμενο (βαλιτσάκι) ἀλλά καί ἕνα μπάσο ἀπό τόν Μᾶνο Καβουκλῆ. Στά δεκαέξι εἴχαμε φτιάξει τό πρῶτο μας συγκρότημα καί σέ κάποια ἀπογευματινά πού ἔκαναν τότε τά Νάιτ Κλάμπ γιά διάφορους Συλλόγους («Ἀπογευματινά τέια» τά ἀποκαλοῦσαν, ἀλλά σερβίρονταν καί ἀλκοολοῦχα γιά τούς μεγαλύτερους) παίζαμε στήν ἀρχή, ἀνοίγοντας τό πρόγραμμα.

Οἱ Ἄιντολς, οἱ Φόρμιγξ μέ τόν Βαγγέλη Παπαθανασίου ἐπί κεφαλῆς, οἱ Τσάρμς, μέ τόν μετέπειτα μαέστρο τῆς συμφωνικῆς Μάικ Ροζάκη πρῶτο ὄνομα, οἱ Στόρμις μέ τήν Ζωή Κουρούκλη, οἱ Ὀλύμπιανς μέ τόν Πασχάλη καί κάποιο διάστημα μέ τόν Νῖκο Παπάζογλου, οἱ Βόρειοι μέ τόν Γιῶργο Πολυχρονιάδη, ἦταν τά σχήματα πού εἶχαν σχεδόν ἐκτοπίσει τά μεγάλα ὀνόματα τοῦ λαϊκοῦ τραγουδιοῦ.

Ἦταν ἡ ἐποχή τοῦ «ἑλληνικοῦ πόπ», στό ὁποῖο προσετέθη τό «ἑλληνικό ρόκ», μέ τόν Σαββόπουλο, τόν «Ἑξαδάχτυλο», τούς «Πελόμα Μποκιού», τούς «Poll», τούς «Nοστράδαμος», τούς «Socrates drunk the κonium»!

Ἀπό ἐκεῖνο τό κίνημα προέκυψαν σπουδαῖοι συνθέτες, ὅπως ὁ Γιῶργος Χατζηνάσιος, ὁ Νῖκος Ἰγνατιάδης, ὁ Βαγγέλης Παπαθανασίου τοῦ Ὄσκαρ, ὁ Λάκης Παπαδόπουλος, ὁ Κώστας Τουρνᾶς.

Ὁ Βασίλης Κωνσταντινίδης ἦταν μία πολυσχιδής προσωπικότητα. Μουσικός ἐξαίρετος ἀλλά καί σέφ, μέ εἰδικές σπουδές στήν ἑστίαση καί τά ξενοδοχεῖα. Δημιουργοῦσε στέκια μέ καλό φαγητό (τό πασίγνωστο «Ἀντρεκότ ντέ Παρί») ἀλλά καί μουσική, πότε μόνος του, μέ μιά κιθάρα, καί πότε μέ κάποιο σχῆμα πού τό ὀνόμαζε «Idols».

Κάποια στιγμή, ἡ Ἱστορία θά σταθεῖ σέ αὐτά τά παιδιά τοῦ ’70, πού –ἀπό τό πουθενά– ἔφεραν στήν Ἑλλάδα τά ματζόρε τραγούδια καί τούς εὐχάριστους ἤχους, ἀπέναντι σέ ἕνα ἀκατάσχετο μινόρε, σέ ἕνα συνεχές κλάμα γιά τήν ξενιτιά καί γιά τήν μαύρη ζωή καί τήν κακούργα κοινωνία.

Στά παιδιά πού ἔδωσαν στήν νεολαία μίαν ἄλλη διέξοδο. Τότε, πού ἀρκοῦσε μιά πορτοκαλάδα καί ἕνα «σέικ», γιά νά περάσουμε καλά!

Καλοτάξιδος, Βασίλη, φίλε!

Απόψεις

Ὁ πιλότος ἥρωας τοῦ καθήκοντος: Ἔσωσε δημόσια περιουσία 100 ἑκατομμυρίων

Εφημερίς Εστία
Τό Oνομα τοῦ ἀντισμηνάρχου Γιώργου Χατζόπουλου ἴσως καί νά μήν τό ἀκούγαμε ποτέ. Καί ὅμως εἶχε διαγράψει μιά πορεία στήν Πολεμική Ἀεροπορία ὡς χειριστής καί ὡς διοικητής πρίν γίνει γνωστός στό πανελλήνιο ἀπό ἕνα περιστατικό πού ἐκ πρώτης ὄψεως ἦταν ἀτυχές.

«Ποῦ πᾶμε μέ αὐτή τή συσπείρωση;»

Μανώλης Κοττάκης
Τό πρῶτο γεγονός ἦταν ἡ δημοσκόπηση τῆς ἑταιρείας Data research τοῦ Θόδωρου Λουλούδη, ὁ ὁποῖος σφυγμομέτρησε τήν ἐπιρροή τῆς Νέας Δημοκρατίας στήν Πελοπόννησο χωρίς κόμμα Σαμαρᾶ καί μέ κόμμα Σαμαρᾶ.

Σέ ἀνεξέλεγκτη κλιμάκωση ὁδηγεῖ ἡ συμφωνία συμπαραγωγῆς Οὐκρανίας-ΕΕ

Εφημερίς Εστία
Μόσχα.- Ἀνεξέλεγκτες διαστάσεις λαμβάνει σταδιακῶς ὁ πόλεμος στήν Οὐκρανία, ὄχι μόνο στό πεδίο τῶν μαχῶν, ὅπου πλέον βομβαρδίζονται οἱ πρωτεύουσες τῶν δύο ἀντιμαχομένων χωρῶν, ἀλλά καί στό διπλωματικό πεδίο.

Ἡ «ἀτυχήσασα» καί ἡ κυρία Κοκοβίκου

Δημήτρης Καπράνος
Μέ εἶχε ἐντυπωσιάσει, ἦταν «τύπος», μιλοῦσε σταθερά, εἶχε ἄποψη, τό μυαλό της ἔκοβε στροφές πολλές καί ὁ λόγος της ἦταν ἄψογος.

Ἑστία, Σάββατον 16 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΙΣ