Τίποτε δεν θα είναι όπως ήταν πριν…

Δεν είχα ύπνο προχθές. Έχουν αλλάξει οι βιορυθμοί, έχει ξεχαρβαλωθεί το βιολογικό μας ρολόι. Λέμε «είμαστε καλά» αλλά δεν είμαστε

Όχι ότι μας κακοπέφτει το σπίτι (αν είναι δυνατόν, να παραπονιέσαι που έχεις κάπου να μένεις με όλες τια ανέσεις όταν άλλοι δεν έχουν ούτε τα απαραίτητα) αλλά, βρε αδελφέ, όταν αλλάζεις εντελώς τον τρόπο ζωής και όταν έχεις υπερβεί τα δεύτερα «ήντα» είναι φυσικό να εκδηλώνονται κάποιες παρενέργειες…

Κάθισα, λοιπόν, περασμένα μεσάνυχτα, στον υπολογιστή και περιηγήθηκα σε γνωστή πλατφόρμα προβολής ταινιών και «σειρών».
Δεν ξέρω πώς μου ήλθε και σταμάτησε στον «Τζόκερ». Το είχα δει το φιλμ, αλλά υπό άλλες συνθήκες. Σε έναν άνετο κινηματογράφο, με φίλους δίπλα μου, με τον ήχο διαφορετικό, με την οθόνη τεράστια… Τώρα ήταν όλα διαφορετικά. Ησυχία νεκρική, απαγόρευση κυκλοφορίας, θανάσιμη απειλή στους δρόμους και στον αέρα. Θα έλεγε κανείς ότι η φανταστική «Γκόθαμ»-γιατί όχι η σημερινή Νέα Υοόρκη;- ήταν μια πόλη πολύ κοντινή μας πλέον και όχι όπως ήταν όταν πρωτοείδαμε την ταινία.
Και ο πρωταγωνιστής, του οποίου την ερμηνεία είχα θαυμάσει στον κινηματογράφο, δεν μου ήταν πλέον τόσο συμπαθής. Ίσως και να με τρόμαζε!

Αίφνης, το «σκοτεινό» φιλμ, το οποίο «πρωτοδίκως» παρακολούθησα ως έργο τέχνης (της εβδόμης) και ο τιμηθείς με το «Όσκαρ» πρώτου ανδρικού ρόλου πρωταγωνιστής, έμοιαζαν να βρίσκονται δίπλα μου, ήταν ωσάν και εγώ ίδιος να βρισκόμουν σε κάποιες από τις σκηνές της ταινίας…

Στο μυαλό μου η επωδός , την οποία διαβάζω κάθε μέρα παντού. Στις εφημερίδες, στις ιστοσελίδες, στο «φέις μπουκ», η επωδός την οποία ακούω σε τηλεοπτικές εκπομπές (μερικές έχουν το χάλι τους πλέον): «Τίποτε δεν θα είναι όπως ήταν πριν»… Και καθώς η ταινία τελείωνε κι εγώ είχα μείνει να παρακολουθώ την λευκή οθόνη, σκεπτόμουν το «πώς θα είναι όλα μετά»… Ξέρετε, το σινεμά έχει μια περίρεγη δύναμη και ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα. Μπορεί να θεωρηθεί «λαγός» για ορισμένα γεγονότα ή «προφητικό» για κάποια άλλα.

Ποιός αμφιβάλλει ότι «Το κουρδιστό πορτοκάλι», του μεγάλου Στάνλεϋ Κιούμπρικ με τον μοναδικό Μάλκολμ Μακντάουελ, προέβλεπε την βία την οποία βλέπουμε σήμερα δίπλα μας και δεν αντιδρούμε;

Αν θυμάστε, το «Πορτοκάλι» αρχίζει με την αναίτια βάρβαρη επίθεση μιας παρέας νεαρών εναντίον ενός υπερήλικα «κλοσάρ». «Σκοτώστε με, δεν θέλω να ζω σε μια κοινωνία που δεν σέβεται τους γέρους!» φωνάζει ο άστεγος ζητιάνος! Αμφιβάλλει κανείς ότι αυτή η ώρα είναι κοντά (ίσως και τώρα); Αλλά μήπως και ο «Τζόκερ» δεν μας έδειξε ανάγλυφα τον ολισθηρό δρόμο τον οποίον ακολουθεί η σημερινή «δυτική κοινωνία»; Ένας «κορωνοϊός» ήταν αρκετός για να διαλύσει όλους τους μύθους! Η Νέα Υόρκη, η Μέκκα του δυτικού πολιτισμού, εξαρθρώθηκε παντελώς, παραπατά ζαλισμένη και οι ηγέτες του «Δυτικού κόσμου» αδυνατούν να ισορροπήσουν και εμφανίζουν στοιχεία πανικού …

Έπεσα στο κρεβάτι με την σκέψη ακόμη πιο σκοτεινή. «Τίποτε δεν θα είναι μετά, όπως σήμερα». Ούτε εμείς οι ίδιοι…

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!