Τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν, τήν ἕκτη Δεκεμβρίου

Κάθε πού ξημερώνει τοῦ Ἁγίου Νικολάου –σάν προχθές…

… βοήθειά μας, θά πάρω τό τρόλλεϋ καί θά κατέβω στόν ναό του, στό λιμάνι γιά νά ἀνάψω ἕνα κερί «ὑπέρ τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν».

Ἔχοντας κι ἐγώ συγγενῆ στή θάλασσα (ταξίδευε ὁ μεγάλος μας ἀδελφός γιά πολλά χρόνια) ξέρω τί σημαίνει ὁ «Ἅγιος Ναύτης» (ἔτσι ἀπεκάλεσε τόν ἅη-Νικόλα ὁ Νέστωρ τοῦ ναυτιλιακοῦ ρεπορτάζ καί μέντορας ἀρκετῶν νεοτέρων, Εὐστάθιος Μπάτης) καί ἡ ἕκτη ἡμέρα τοῦ Δεκεμβρίου γιά τούς ναυτικούς καί τίς οἰκογένειές τους.

Ἔτσι κι ἐφέτος, ἀκολούθησα τό ἴδιο, ἀπαράλλαχτο δρομολόγιο. Τό πρωί κεράκι καί προσκύνημα (μέ τήν εὐχή τοῦ παπα-Ανδρέα, ἐφημέριου σήμερα στόν Ἅγιο Νικόλαο καί παλαιότερα στόν ἅγιο Γεώργιο τοῦ Κορυδαλλοῦ, μέ τήν μητέρα μου στό Φιλόπτωχο) καί νωρίς τό ἀπόγευμα, στήν λιτάνευση τῆς εἰκόνας, στήν καθιερωμένη λιτανεία στούς δρόμους τοῦ λιμανιοῦ, μέ τήν μπάντα τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καί τό ἄγημα νά σέρνει τό δεξί πόδι, ἴσα πού ν’ ἀκούγεται ὁ ἦχος τῆς ἐπαφῆς τῆς ἀρβύλας μέ τήν ἄσφαλτο.

Ἐφέτος, ὅμως, δέν ἄναψα κερί μόνο στόν ἅγιο. Στάθηκα καί εἶπα ἕνα «εὐχαριστῶ» στόν ἅγιο τῆς θαλασσινῆς λογοτεχνίας, στόν Νῖκο Καββαδία, τόν ἀλησμόνητο «Κόλλια», ἡ προτομή τοῦ ὁποίου κοσμεῖ ἐδῶ καί δύο χρόνια τό λιμάνι μας, τόν Πειραιᾶ μας. Πόσο τυχερός αἰσθάνομαι πού τόν γνώρισα, λίγο καιρό πρίν φύγει γιά πάντα, στά ἑξηνταπέντε του μόλις χρόνια, ἔχοντας «ἕναν θάνατο ἁπλό καί μία κηδεία σάν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων τίς κηδεῖες.» Καί σκέφτομαι συχνά, μέ ἀγάπη, τόν Μανώλη Σαΐτη, τόν ἐμβληματικό Πρόεδρο τοῦ σωματείου τῶν Ἀσυρματιστῶν, πού μεσολάβησε, καί συνάντησα αὐτή τήν γιγαντιαία μορφή τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας… Τόν ἄνθρωπο πού ἔζησε μόνος, ἀλλά ἐρωτεύθηκε σφόδρα στά 63 του, μιά φιλόλογο εἰκοσιπέντε ἐτῶν! Ἕνας ἔρωτας ἀνεκπλήρωτος, ἀλλά τόσο δυνατός, ὥστε τόν ἔκανε νά τῆς στέλνει ἐρωτικές ἐπιστολές, πού ἡ καθεμιά τους εἶναι λογοτεχνικό κομψοτέχνημα. Καί καθώς στεκόμουν, κοιτάζοντας τήν μαρμαρένια μορφή του ἐκεῖ, στό παλιό Τελωνεῖο, θυμήθηκα τό ἀνέκδοτο πού εἶχε ἀφηγηθεῖ γιά τόν φίλο της, τόν «Μαραμπού», ἡ Κατίνα Παξινοῦ, παιδί κι ἐκείνη τοῦ Πειραιᾶ μας.

Κάποτε ἡ Παξινοῦ τόν εἶχε παροτρύνει νά κάνει, σέ ὅλη τήν παρέα, τό τραπέζι, ἀποκαλῶντας τον μάλιστα μέ τό παρατσούκλι του, πού ἦταν «Κόλλιας». Μόλις εἶχε γυρίσει ὁ Καββαδίας ἀπό κάποιο ταξίδι του, ὅταν ἐπῆγαν τελικά ὅλοι στοῦ «Βασίλαινα», τήν διάσημη ταβέρνα στά «Μανιάτικα», πού σερβίριζε τότε 30-40 πιάτα. Στό μέσον τοῦ γεύματος, ὅμως, ὁ Κόλλιας ζήτησε συγγνώμη κι ἔφυγε, λέγοντας ὅτι θά ἐπέστρεφε σύντομα, ἀφοῦ τακτοποιοῦσε κάτι ἐπεῖγον. Ὁ Καββαδίας δέν εἶχε χρήματα καί ἐκείνη τήν στιγμή ἀποφάσισε νά πάει νά ζητήσει ἕνα ποσόν ἀπό κάποιον θεῖο τοῦ ἐφοπλιστῆ, πού εἶχε τό γραφεῖο του στήν περιοχή, δηλώνοντάς του ὅτι πέθανε ἡ μητέρα του καί εἶχε ἀνάγκη τά χρήματα αὐτά γιά τήν κηδεία. Μετά ἀπό λίγη ὥρα, πραγματικά, ἐπέστρεψε στήν ταβέρνα, πλήρωσε ἀξιοπρεπέστατα, ἀλλά ὅταν –στό μεταξύ– ὁ θεῖος του ἀπελπισμένος ἀπό τό ξαφνικό πένθος πῆγε στό σπίτι τοῦ ποιητῆ καί τοῦ ἄνοιξε ἡ μητέρα του –καί δική του ἀδερφή– κόντεψε νά τρελαθεῖ…

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ