Στίς πλαγιές τοῦ Παρνασσοῦ, στό κέντρο τῶν Ἀθηνῶν

Τό διάβασα στά μέσα κοινωνικῆς δικτυώσεως. «Μόλις προχθές ἔλεγα σέ κάποιο φίλο, “δές τί ὡραῖα πού τά πάει ἡ ‘Ἀλεξάνδρα’ στήν Καλλιθέα, πόσο καλά δουλεύει τόν προγραμματισμό της, καί πόσο καλή εἶναι ἡ προβολή της.

Στά μικρά breaks τῆς καραντίνας, ἐκεῖ θυμᾶμαι νά βλέπω τό Nightmare Alley, ἐκεῖ τό Northman –καί πάντα μέ κόσμο, παρά τόν φόβο τῆς covid. Διατηροῦσε ἀκόμα αὐτή τήν ζεστασιά ἑνός συνοικιακοῦ κινηματογράφου, ὅπου ὁ ταμίας χαιρετᾶ τούς πάντες μέ τά ὀνόματά τους.

Σήμερα ἔκλεισε κι αὐτό, ὄχι ἐπειδή δέν τά ’βγαζε, ἀλλά ἐπειδή ὁ ἰδιοκτήτης ἀρνήθηκε νά ἀνανεώσει τήν σύμβασή του.

Ἡ “Ἀλεξάνδρα”, ὅμως, ἦταν κάτι πολύ πιό σημαντικό ἀπό μιά ἐπικερδής ἐπιχείρηση: Ἦταν τό τελευταῖο σινεμά στήν Καλλιθέα. Εἶναι πολύ ἄσχημο αὐτό πού συμβαίνει, κι ἔχει πολύ ἀκόμη…». Πάει κι αὐτός ὁ κινηματογράφος. Ἐκλείπει ἕνας ἀκόμη χῶρος ψυχαγωγίας καί πολιτισμοῦ ἀπό μιά πόλη πού ἀπογυμνώνεται, πού θ’ ἀπομείνει μόνη μέ τά «Σοῦπερ μάρκετ», τά ξενοδοχεῖα καί τά RbnB.

Βρέθηκα προχθές στόν «Παρνασσό», γιά νά ἀπολαύσω τόν παιδικό φίλο, σπουδαῖο κιθαριστή Ἰάκωβο Κολανιάν. Εἶχα πολύ καιρό νά περάσω ἀπό τήν περιοχή. Γεμάτη τσίγκους γύρω ἀπό οἰκοδομές, σκουπίδια στήν Ἀνθίμου Γαζῆ, ἕνας ἄστεγος κοιμᾶται καταμεσῆς τοῦ πεζοδρομίου, ἡ Χρήστου Λαδᾶ κι αὐτή παρατημένη. Κοιτάζω μέ δέος τά κτήρια ὅπου χτυποῦσε ἡ καρδιά τοῦ ἑλληνικοῦ Τύπου. Τά Νέα, Τό Βῆμα, ὁ Ταχυδρόμος, ὁ Οἰκονομικός, δίπλα ἡ Ἀθηναϊκή, τό Ἐμπρός. Πόσες φορές ἀνέβηκα στούς ὀρόφους, πότε ὡς ἐργαζόμενος, πότε ὡς ἐπισκέπτης. Ἐρημιά καί γεύση ἀπό μιά πόλη πού ἀλλάζει, ὄχι πρός τό καλύτερο, μέ φόντο τό καμμένο κουφάρι τῶν κινηματογράφων Ἀττικόν καί Ἀπόλλων, οἱ ὁποῖοι ὅλο «ἀνακατασκευάζονται σύντομα» καί ὅλο μένουν ἀκίνητοι, ἀφοῦ ἡ νέα ἰδιοκτησία προτιμᾶ μᾶλλον ἄλλες χρήσεις…

Τελικά, ὁδεύουμε πρός μιά Ἀθήνα «γιά τούς ξένους» καί ὄχι γιά τούς Ἀθηναίους, ὁδεύουμε πρός μιά πόλη ὑποδοχῆς καί ὄχι μονίμου διαμονῆς.

Κόσμος ἀρκετός στήν αἴθουσα τοῦ «Παρνασσοῦ», ἐκεῖ πού ἔχουμε περάσει τόσα καί τόσα πολύτιμα βράδυα. Κι ὅπως μᾶς θύμισε ὁ φίλτατος Γιῶργος Μονεμβασίτης, ἐκεῖ εἴδαμε, στά μέσα τοῦ ἑξήντα, τήν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ σπουδαίου ντουέττου τῆς κιθάρας Λίζα Ζώη-Γιῶργος Ἀσημακόπουλος. Παρόντες στόν χῶρο οἱ ἐξαίρετοι κιθαριστές Κώστας Κοτσιώλης καί Ἀντώνης Μυτακίδης.

Ἄκουγα τίς ὑπέροχες μελωδίες τοῦ Βίλα Λόμπος καί τοῦ Φερνάντο Σόρ, θυμόμουν τήν δική μου μαθητεία, στόν Βασίλη Ἀρχιτεκτονίδη, ἀλλά ὁ νοῦς μου ἔτρεχε στίς κινηματογραφικές αἴθουσες πού χάνονται.

Φαντάσθηκα νά φθάνουν οἱ νότες τοῦ «τρέμολο» ἀπό τίς ὑπέροχες «Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Ἀλάμπρα» τοῦ μεγάλου Τάρεγκα στά ἀπομεινάρια τοῦ «Ἀττικόν» καί νά ζωντανεύουν οἱ τοῖχοι, νά σηκώνονται καί νά ξαναφτιάχνεται τό σινεμά ἀπό μόνο του. Κι ὕστερα θυμήθηκα πώς τό συγκεκριμένο ἔργο τό ἐμπνεύσθηκε ὁ σπουδαῖος συνθέτης ἀπό τούς «Ἁλιεῖς Μαργαριταριῶν», ἐνῷ στό δικό του ἔργο πάτησε ὁ Μίκης καί ἔφτιαξε τήν «Νύχτα μαγικιά», σέ στίχους τοῦ ἀδελφοῦ του Γιάννη, πού ἀπέδωσε μοναδικά ἡ Δήμητρα Γαλάνη.

Κατεβήκαμε τήν σκάλα τοῦ «Παρνασσοῦ» καί βγήκαμε στόν σχεδόν ἔρημο δρόμο, πού, πρίν ἀπό τήν φοβερή κρίση τῶν μνημονίων, ἔσφυζε ἀπό ζωή. Ὁ ἄστεγος ἦταν στήν θέση του, ὁριζοντιωμένος ἔξω ἀπό τήν πάλαι ποτέ «Ἐλευθεροτυπία». Κι ἄρχισα νά σφυρίζω τήν «Ἀθήνα» τοῦ Χατζιδάκι, μήπως καί ἄλλαζε κάτι μέσα μου…

Απόψεις

Ὁ πιλότος ἥρωας τοῦ καθήκοντος: Ἔσωσε δημόσια περιουσία 100 ἑκατομμυρίων

Εφημερίς Εστία
Τό Oνομα τοῦ ἀντισμηνάρχου Γιώργου Χατζόπουλου ἴσως καί νά μήν τό ἀκούγαμε ποτέ. Καί ὅμως εἶχε διαγράψει μιά πορεία στήν Πολεμική Ἀεροπορία ὡς χειριστής καί ὡς διοικητής πρίν γίνει γνωστός στό πανελλήνιο ἀπό ἕνα περιστατικό πού ἐκ πρώτης ὄψεως ἦταν ἀτυχές.

«Ποῦ πᾶμε μέ αὐτή τή συσπείρωση;»

Μανώλης Κοττάκης
Τό πρῶτο γεγονός ἦταν ἡ δημοσκόπηση τῆς ἑταιρείας Data research τοῦ Θόδωρου Λουλούδη, ὁ ὁποῖος σφυγμομέτρησε τήν ἐπιρροή τῆς Νέας Δημοκρατίας στήν Πελοπόννησο χωρίς κόμμα Σαμαρᾶ καί μέ κόμμα Σαμαρᾶ.

Σέ ἀνεξέλεγκτη κλιμάκωση ὁδηγεῖ ἡ συμφωνία συμπαραγωγῆς Οὐκρανίας-ΕΕ

Εφημερίς Εστία
Μόσχα.- Ἀνεξέλεγκτες διαστάσεις λαμβάνει σταδιακῶς ὁ πόλεμος στήν Οὐκρανία, ὄχι μόνο στό πεδίο τῶν μαχῶν, ὅπου πλέον βομβαρδίζονται οἱ πρωτεύουσες τῶν δύο ἀντιμαχομένων χωρῶν, ἀλλά καί στό διπλωματικό πεδίο.

Ἡ «ἀτυχήσασα» καί ἡ κυρία Κοκοβίκου

Δημήτρης Καπράνος
Μέ εἶχε ἐντυπωσιάσει, ἦταν «τύπος», μιλοῦσε σταθερά, εἶχε ἄποψη, τό μυαλό της ἔκοβε στροφές πολλές καί ὁ λόγος της ἦταν ἄψογος.

Ἑστία, Σάββατον 16 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΜΠΟΡΟΠΑΝΗΓΥΡΙΣ