Περιδιαβαίνοντας τόν κόσμο τῆς τηλοψίας…

Καθηλωμένος στό κρεβάτι, ἔπειτα ἀπό μία αἰφνίδια περιπέτεια, ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναγκάσθηκα νά ἔχω ἀνοιχτή τήν τηλεόραση.

Μέ τούς ὀρούς στά χέρια, εἶναι δύσκολο νά καθίσεις καί νά γράψεις, ὁπότε ἀποφάσισα, ἑκών-ἄκων, νά παρακολουθήσω «ὅ,τι πετάει κι ὅ,τι κολυμπάει». Ἀφ’ ἑνός ἐπειδή δέν μπορεῖς νά κοιμᾶσαι συνεχῶς, ὅσο ἐξαντλημένος καί ἐάν εἶσαι, καί ἀφ’ ἑτέρου γιά νά σχηματίσω ἰδίαν ἄποψη γιά τά «πρωινάδικα», καί τά «μεσημεράδικα», τά ὁποῖα ἀφειδῶς παρέχουν οἱ τηλεοπτικοί μας σταθμοί.

Βεβαίως, εἶναι δεδομένο ὅτι τίς ἐν λόγῳ ἐκπομπές τίς παρακολουθοῦν ἀσθενεῖς, μή ἐργαζόμενες γυναῖκες καί ἄνδρες, ὑπερήλικες, καί ἐκεῖνοι πού ἀσχολοῦνται μέ τό «τηλεοπτικό ρεπορτάζ».

Ἐπειδή συνήθως καθημερινά ἀπό τίς δέκα τό πρωί μέχρι τό βράδυ δέν εἶμαι σπίτι (μέ ἕνα μικρό διάλειμμα τά μεσημέρια), ὁμολογῶ ὅτι ἀγνοοῦσα αὐτό τό ἀπαύγασμα τῆς σοφίας, τήν κορωνίδα τῆς εὐφυΐας, τήν ἀποθέωση τῆς δημοσιογραφίας. Τά πιό ἀστεῖα ἀπό ὅλα μοῦ φάνηκαν αὐτά τά «πάννελ». Κάθεται ὁ «κύριος παρουσιαστής» καί δίπλα του κάθονται οἱ συνεργάτες. Ἡ συνταγή, ἐξ ὅσων ἀντελήφθην, εἶναι «ὁ καθείς τό μακρύ του καί τό κοντό του», ἀφορισμοί, γενικολογίες, αὐθαίρετα συμπεράσματα, μέτριες συνεντεύξεις.

Θά πεῖτε: «Καί τί περιμένεις; Νά παίζουν Ἴψεν καί Σαίξπηρ ἤ νά παρακολουθεῖς σεμινάρια φιλοσοφίας καί ψυχολογίας; Ὁ κόσμος θέλει νά βλέπει τηλεόραση καί νά ξεσκάει».

Ὁμολογῶ ὅτι εἶναι πολύ πιθανόν νά ἔχετε δίκιο. Τί νά σοῦ πεῖ ὁ ἄλλος, ὅταν εἶσαι καρφωμένος στό κρεβάτι, ὅταν μένεις σπίτι ἐπειδή δέν ἔχεις ἐργασία, ὅταν εἶσαι νοικοκυρά, πού δέν κάθεσαι λεπτό καί δουλεύεις περισσότερο ἀπό τόν καθένα στήν οἰκογένεια;

Βεβαίως, οὐδόλως μοῦ ἄρεσε νά βλέπω τόν παλαιό φίλο Ἀνδρέα νά προσπαθεῖ ἀδίκως νά ἐκφράσει ἄποψη μέ περισσότερες ἀπό δέκα λέξεις, ἀλλά νά τόν διακόπτουν συνεχῶς τά «φυντάνια»!

Μπορῶ νά πῶ ὅτι μοῦ ἄρεσε τό μεσημβρινό πρόγραμμα τῆς ΕΡΤ, μέ τήν Νάνσυ Ζαμπέτογλου καί τόν Θανάση Ἀναγνωστόπουλο. Κεφάτη ἐκπομπή, μέ σωστά ἑλληνικά, μέ ὡραῖες παρεμβάσεις ἀπό τήν Νεφέλη Λυγεροῦ καί τόν Κώστα Βαϊμάκη καί ἄλλους συνεργάτες, καλές καί μεστές συνετεύξεις, θέματα πού δέν προσβάλλουν τήν νοημοσύνη.

Εἶδα, πού λέτε, χθές καί τόν τρωγλοδύτη ἀπό τήν Κορινθία, ὑπάλληλο ἐξ ἀποστάσεως στόν Δῆμο Ἐρετρείας, νά τόν καταδιώκουν τά παιδιά μέ τά μικρόφωνα καί ἐκεῖνος νά ἀπευθύνει μανιφέστο πρός «ὅλους τούς ἀδικημένους», τούς ὁποίους γνώρισε μέσα στίς λίγες ὧρες πού παρέμεινε κρατούμενος.

Ἐντυπωσιακός ὁ λόγος του. «Ὅσο δέν τούς εἶχα γυρίσει τήν πλάτη, δέν ἐνδιαφερόταν κανείς γιά ἐμένα. Μόλις τούς γύρισα τήν πλάτη, ἐνδιαφέρθηκαν ὅλοι» μᾶς εἶπε.

Τώρα πῶς εἶναι νά γυρίζεις τήν πλάτη στήν κοινωνία τήν ὁποία ἀπορρίπτεις, ἀλλά νά εἰσπράττεις χρήματα κοροϊδεύοντας τό δημόσιο, εἶναι κάπως δύσκολο νά τό δεχθοῦμε. Ἀλλά, ὅπως καί νά γίνει, ἕνας ἄνθρωπος πού ἀποφάσισε νά ζεῖ μέ τήν οἰκογένειά του ἀποκομμένος ἀπό τήν κοινωνία, γιατί εἶναι τόσο μεγάλο «θέμα»;

Τό συζήτησα μέ φίλο πού τηλεφώνησε γιά νά μοῦ εὐχηθεῖ καί μοῦ εἶπε ὅτι «εἶναι ἡ δημοσιογραφία τῆς κλειδαρότρυπας.» Καλά, ἔχουν πόρτες οἱ σπηλιές καί τά λαγούμια;

Απόψεις

Ἡ ἐνάλια πολιτιστική κληρονομιά εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τοῦ θαλάσσιου χώρου

Εφημερίς Εστία
Τό νέο σχέδιο νόμου τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ μέ ἀντικείμενο, μεταξύ ἄλλων , τήν «Ἵδρυση Φορέα Διαχείρισης Ἐπισκέψιμων Χώρων Ἐνάλιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς» ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μιά σημαντική θεσμική πρωτοβουλία.

«Κόβει» τήν Ντόρα ἀπό τά ψηφοδέλτια

Εφημερίς Εστία
Τήν Αμφιθυμία του γιά τόν χρόνο διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἀπεκάλυψε, μιλῶντας χθές στήν Κοινοβουλευτική Ὁμάδα, ὁ Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος μπέρδεψε τούς βουλευτές.

Τό «μάνατζμεντ» τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Μανώλης Κοττάκης
Ακουγα χθές τό πρωί τόν φίλο Δημήτρη Μαῦρο τῆς MRB νά μιλᾶ στήν ἐξαιρετική ραδιοφωνική ἐκπομπή τῶν ἀγαπημένων συναδέλφων Σωτήρη Ξενάκη καί Βασίλη Σκουρῆ καί νά ἀναλύει τά εὑρήματα ἔρευνάς του γιά τήν σχέση τῶν Ἑλλήνων μέ τήν θρησκεία.

Δένδιας: «Γιά τίς Ἔνοπλες Δυνάμεις, ἡ Κύπρος κεῖται πλησίον»

Εφημερίς Εστία
Πενῆντα δύο ἔτη συμπληρώνονται ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο.

Ὁ προφήτης Γιάννης Τσαρούχης

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ ἀφεντιά μου, εἶχα ἀφήσει καί ἕνα ἀρκετά καλοθρεμμένο μούσι, μέ τόν πατέρα μου νά λέει συνεχῶς ὅτι ἀσχολοῦμαι μέ «τρίχες» καί, κάποια μεσημέρια, ἀνεβαίναμε στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἀποφασισμένοι νά ἐνταχθοῦμε στήν «ἰντελιγκένσια», ἀφοῦ θεωρούσαμε ἑαυτούς λογίους καί καλλιτέχνες.