Περί τηλε-μαγειρικῆς καί πραγματικότητος…

Προχθές ἔγινε πρῶτο θέμα σέ κάποιες ἐφημερίδες ἡ αἰφνίδια ἀπώλεια μιᾶς νέας γυναίκας.

Ἡ θανοῦσα, ὅπως μᾶς πληροφόρησαν τά ταμπλόιντ, ἦταν πρώην παίκτρια τοῦ μάστερ σέφ. Αὐτό τό πρώην παίκτης/τρια εἶναι πλέον τίτλος γιά τό βιογραφικό μας. Πρώην παίκτης τοῦ σαρβάιβορ, πρώην παίκτρια τοῦ «Δῶσε κι ἐμένα μπάρμπα», καί λοιπά. Ἄς πᾶμε, ὅμως, λίγα χρόνια πίσω, στήν δεκαετία τοῦ ’70, τότε πού ἡ τηλεόραση ἦταν μαυρόασπρη καί εἴχαμε μόνο δύο κρατικά κανάλια.

Τότε, πού ἀρχίσαμε νά μαθαίνουμε τί θά πεῖ σήριαλ. Βλέπαμε (οἱ πιό πολλοί) τό «Πέιτον πλέις», τόν «Μάνιξ», ὑπῆρχε «Ὁ Φυγᾶς», ὁ «Δόκτωρ Κιλντέρ». Καθόσουν στό σπίτι, τό καλοκαίρι στήν βεράντα ἤ στό μπαλκόνι, καί ἀπολάμβανες πρόγραμμα. Δέν εἶχες τίς ἐπιλογές πού, ὑποτίθεται, ἔχεις σήμερα, ἀλλά εἶχες ψυχική ἠρεμία, εἶχες δουλειά, εἶχες μιά χώρα πού ἀναπτυσσόταν, εἶχες λιγώτερη πληροφόρηση καί λιγώτερες σκοτοῦρες. Εἶχες τό «Ἁλάτι καί Πιπέρι» τοῦ Φρέντι Γερμανοῦ, εἶχες καί τά ἑλληνικά σήριαλ, μέ πρωτεργάτη τόν ἀξέχαστο Κώστα Πρετεντέρη. Τό «Λούνα Πάρκ», τήν «Γειτονιά μας», εἶχες καί τόν Νῖκο Φώσκολο, πού ἔγραφε τά δικά του. Εἶχες καί τόν Διακογιάννη, πού δέν θά σοῦ ἔλεγε ποτέ ὅτι στό ποδόσφαιρο ὑπάρχει «ἐπιθετικό φάουλ»! Εἴχαμε, ἐπίσης, ἐπί κεφαλῆς τῆς τηλεόρασης καί τοῦ ραδιοφώνου ἕναν Δημήτρη Χόρν, ἕναν Μᾶνο Χατζιδάκι. Δέν εἴχαμε ἐπίσης αὐτές τίς ἀποκρουστικές πλέον «πολιτικές συζητήσεις» μέ τούς βουλευτές καί τούς ὑπουργούς νά «ξεκατινιάζονται» καί νά φωνασκοῦν χωρίς νόημα.

Δέν εἴχαμε, ὅπως καί σήμερα, τήν δυνατότητα νά ζοῦμε πλούσια, ἀλλά ἡ τηλεόραση δέν προκαλοῦσε μέ τίς ἐπιλογές της.

Σήμερα, ἐκτός ἀπό τήν ἐπιδρομή τῶν τουρκικῶν σήριαλ, ἔχουμε καί τήν εἰσβολή τῶν «σέφ», πού μᾶς παρουσιάζουν συνταγές, τίς ὁποῖες ὁ μέσος (ὁ φτωχός δηλαδή) Ἕλληνας δέν ἔχει τήν δυνατότητα νά ἐκτελέσει!

Τί νά μᾶς πεῖ ὁ σέφ πού παρουσιάζει ἕνα τεράστιο πιάτο μέ ἕνα «γκουρμέ» ἀποτέλεσμα στήν μέση καί κάποιες ράβδους «σώς» ὡς ντεκορασιόν; Εἴσαστε σοβαροί, παιδιά; Εἶναι αὐτή ἐποχή γιά νά παρουσιάζουμε «ντελίσιους» καί «σπεσιαλιτέ»; Τί νά μοῦ πεῖ ἐμένα, πού ψάχνω πλέον τό δίευρο μέ τό κιάλι, ὁ σέφ μέ τά τατουάζ καί τίς γνώσεις ἐπιπέδου πέντε ἀστέρων; Βρήκαμε, δηλαδή, παπᾶ καί πᾶμε νά θάψουμε ὅποιον βροῦμε;

Μέ ποιά λογική καί μέ ποιά στόχευση γεμίζουν τά κανάλια τά προγράμματά τους μέ συνταγές μαγειρικῆς πού ἐγγίζουν γιά τό 90% τῶν θεατῶν τά ὅρια τῆς ἐπιστημονικῆς φαντασίας; Ἐδῶ τά σπίτια ἔχουν καθιερώσει πλέον μενού φυλακῆς. «Τρίτη-Πέμπτη μακαρόνια, φᾶτε μάγκες-βγάλτε χρόνια» καί σεῖς μᾶς παρουσιάζετε πῶς θά γαρνίρουμε μέ ἐξεζητημένη διακόσμηση τό «σομόν φιμέ»;

Ἄν θέλετε νά βοηθήσετε, ἀγαπητοί ὑπεύθυνοι τῶν διαύλων, μέ φθηνό πρόγραμμα, βάλτε ἐκπομπές μέ μαστοράντζες. «Πῶς θά φτιάξεις μόνος σου τά ὑδραυλικά», «Πῶς θά στεγανοποιήσεις μόνος σου τήν ταράτσα», «Πῶς θά σταματήσεις τή διαρροή στά κεραμίδια».

Ἀφοῦ θέλετε ἐκπομπές «γιά τό σπίτι», κάντε τήν σωστή κίνηση. Διότι μέ τούς σέφ «φᾶτε μάτια ψάρια καί κοιλιά περίδρομο».

Απόψεις

Ἡ ἐνάλια πολιτιστική κληρονομιά εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τοῦ θαλάσσιου χώρου

Εφημερίς Εστία
Τό νέο σχέδιο νόμου τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ μέ ἀντικείμενο, μεταξύ ἄλλων , τήν «Ἵδρυση Φορέα Διαχείρισης Ἐπισκέψιμων Χώρων Ἐνάλιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς» ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μιά σημαντική θεσμική πρωτοβουλία.

«Κόβει» τήν Ντόρα ἀπό τά ψηφοδέλτια

Εφημερίς Εστία
Τήν Αμφιθυμία του γιά τόν χρόνο διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἀπεκάλυψε, μιλῶντας χθές στήν Κοινοβουλευτική Ὁμάδα, ὁ Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος μπέρδεψε τούς βουλευτές.

Τό «μάνατζμεντ» τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Μανώλης Κοττάκης
Ακουγα χθές τό πρωί τόν φίλο Δημήτρη Μαῦρο τῆς MRB νά μιλᾶ στήν ἐξαιρετική ραδιοφωνική ἐκπομπή τῶν ἀγαπημένων συναδέλφων Σωτήρη Ξενάκη καί Βασίλη Σκουρῆ καί νά ἀναλύει τά εὑρήματα ἔρευνάς του γιά τήν σχέση τῶν Ἑλλήνων μέ τήν θρησκεία.

Δένδιας: «Γιά τίς Ἔνοπλες Δυνάμεις, ἡ Κύπρος κεῖται πλησίον»

Εφημερίς Εστία
Πενῆντα δύο ἔτη συμπληρώνονται ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο.

Ὁ προφήτης Γιάννης Τσαρούχης

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ ἀφεντιά μου, εἶχα ἀφήσει καί ἕνα ἀρκετά καλοθρεμμένο μούσι, μέ τόν πατέρα μου νά λέει συνεχῶς ὅτι ἀσχολοῦμαι μέ «τρίχες» καί, κάποια μεσημέρια, ἀνεβαίναμε στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἀποφασισμένοι νά ἐνταχθοῦμε στήν «ἰντελιγκένσια», ἀφοῦ θεωρούσαμε ἑαυτούς λογίους καί καλλιτέχνες.