Περί θεσμῶν καί μονοκρατόρων

ΚΑΘΩΣ βαδίζουμε πρός τίς πλέον βαρετές ἐκλογές τῶν νεωτέρων χρόνων, ἡ βεβαιότης τῆς ἐκβάσεως ἔχει ὁδηγήσει ὁρισμένους νά ἐλεεινολογοῦν ἐκ τῶν προτέρων τήν διαφαινομένη «παντοκρατορία» Μητσοτάκη.

Πράγματι, ἡ Νέα Δημοκρατία δείχνει νά ἐξασφαλίζει ἄνετη αὐτοδυναμία, φαίνεται δέ ὅτι στήν αἴθουσα τοῦ κοινοβουλίου θά ὑπερβαίνει τήν ἀξιωματική ἀντιπολίτευση κατά 100 περίπου ἕδρες.

  • Tοῦ Εὐθ. Π. Πέτρου

Βεβαίως εἴτε 55 ἕδρες ἔχει τό δεύτερο κόμμα εἴτε 95, ἀπό τήν στιγμή κατά τήν ὁποία ἡ κυβέρνησις ἔχει περισσότερες τῶν 151 ἑδρῶν, ἔχει οὐσιαστικῶς παντοκρατορία. Τό ὅτι θά μπορεῖ ἤ δέν θά μπορεῖ νά ἀναθεωρήσει χωρίς συναίνεση διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶναι ζήτημα δευτερεῦον. Τό Σύνταγμα τό ἀναθεωροῦμε κάθε δέκα χρόνια περίπου χωρίς νά ἔχουμε θεραπεύσει βασικές παθογένειες, ὅπως οἱ περιορισμοί τούς ὁποίους θέτει στήν ἀνωτάτη παιδεία. Ἔχει καί ἄλλες παθογένειες τό Σύνταγμα, καί μάλιστα τέτοιες, πού δημιουργοῦν προϋποθέσεις μονοκρατοριῶν.

Ἐλλείπουν δηλαδή οἱ θεσμικές ἐλεγκτικές διασφαλίσεις (τά checks and balances κατά τούς Ἀγγλοσάξωνες) πού ἐγγυῶνται ὅτι καί 300 ἕδρες νά ἔχει ἕνας πρωθυπουργός, δέν θά εἶναι μονοκράτωρ, ἀλλά δημοκρατικός κυβερνήτης τῆς χώρας.

Οἱ θεσμικές διασφαλίσεις ἐξαλείφθηκαν ἀπό τό ἑλληνικό Σύνταγμα κατά τήν πρώτη καί, σημαντικώτερη κατά τήν γνώμη μας, ἀναθεώρησή του πού ἔγινε τό 1985. Τότε τό Σύνταγμα κατέστησε τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας διακοσμητική φιγούρα, ἀφαιρῶντας του κάθε οὐσιαστική ἁρμοδιότητα. Μέχρι τότε (καί ἀπό τό 1975 πού τό Σύνταγμα ἐξεπονήθη ἀπό τόν ἀείμνηστο Κωνσταντῖνο Τσάτσο) ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἦταν πραγματικός ρυθμιστής τοῦ Πολιτεύματος. Συνεπικουρούμενος ἀπό τό Συμβούλιο τῆς Δημοκρατίας ἀπεφάσιζε (αὐτός καί ὄχι ὁ ἑκάστοτε πρωθυπουργός) ἄν θά πρέπει οἱ ἐκλογές νά εἶναι πρόωρες ἐνῷ μποροῦσε νά ἀναπέμψει νομοθετήματα ἀπαιτῶντας νά ψηφισθοῦν μέ πραγματική ἀπόλυτη πλειονοψηφία 151 βουλευτῶν.

Αὐτές οἱ ρυθμίσεις ἐξαλείφθηκαν ἀπό τόν Ἀνδρέα Παπανδρέου, καί ἔκτοτε ὁ πρωθυπουργός κατέστη μονοκράτωρ.

Ἀρκεῖ νά εἶχε 151 βουλευτές. Ἄν δέν ὑπάρχει τέτοια πλειοψηφία, ἡ χώρα περιπίπτει σέ ἀκυβερνησία, χωρίς ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νά ἔχει τήν παραμικρή δυνατότητα πολιτικῆς παρεμβάσεως. Ἀκόμη καί ἐάν εὑρεθοῦμε στήν δίνη ἐθνικῆς κρίσεως.

Εἶναι προφανές λοιπόν ὅτι θά πρέπει νά ὑπάρξει κάποια κυβέρνησις, κάποια Βουλή πού θά προβεῖ σέ πραγματική ἀναθεώρηση καί θά ἐπαναφέρει τίς θεσμικές διασφαλίσεις. Φαίνεται ὅμως πώς ὅλοι βολεύονται μέ τήν παροῦσα κατάσταση. Οἱ μέν κυβερνήσεις χαίρονται πού ἔχουν ἀπαλλαγεῖ ἀπό ἐνοχλητικά checks and balances, οἱ δέ ἀντιπολιτεύσεις προσβλέπουν στήν ἡμέρα πού θά καταλάβουν τά κυβερνητικά ἕδρανα, ὁπότε δέν ἔχουν κανένα λόγο νά ὑπονομεύσουν ἐκ τῶν προτέρων τήν δυνατότητά τους νά ἀσκοῦν ἐξουσία ἀνεξέλεγκτοι. Ἔτσι ὅμως ἔχουν ὅλοι μαζί ὑπονομεύσει τήν οὐσία τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Θά μποροῦσε πάντως νά σημειώσει κάποιος ὅτι ἀνάλογη παντοκρατορία ὑπάρχει στίς βασιλευόμενες δημοκρατίες τῆς Εὐρώπης. Οἱ κληρονομικοί ἀνώτατοι ἄρχοντες ἔχουν ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες ἀποστερηθεῖ πλήρως τῶν ἐξουσιῶν τους. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχουν διαδικασίες δημοκρατικοῦ ἐλέγχου μέσα στά ἴδια τά κόμματα. Οἱ ὑποψήφιοι βουλευτές δέν ἐπιλέγονται ἀπό τόν κύκλο τῶν συνεργατῶν τοῦ ἑκάστοτε ἀρχηγοῦ, ἀλλά σέ τοπικό ἐπίπεδο ἀπό τήν βάση τῶν μελῶν τοῦ κόμματος. Καί σέ αὐτήν τήν βάση λογοδοτοῦν. Ὄχι στόν ἀρχηγό, ὁπότε εἶναι ἄγνωστη καί ἡ ἔννοια τῆς «κομματικῆς πειθαρχίας». Οἱ βουλευτές θεωροῦνται προσωπικότητες μέ ἰδία ἄποψη, ἡ δέ διαφωνία τους μέ τήν ἡγεσία δέν συνεπάγεται τήν ἀποπομπή τους. Ὑπό τόν Τόνυ Μπλαίρ οἱ μισοί περίπου Ἐργατικοί βουλευτές κατεψήφισαν τήν πρόταση συμμετοχῆς τῆς χώρας στόν πόλεμο κατά τοῦ Ἰράκ, ἡ ὁποία τελικῶς «ἐπέρασε», διότι τήν ἐψήφισε τό σύνολον σχεδόν τῶν βουλευτῶν τοῦ Συντηρητικοῦ Κόμματος. Καί οὔτε διαγραφές βουλευτῶν ἔγιναν οὔτε ἐτέθη θέμα ἐμπιστοσύνης πρός τήν κυβέρνηση.

Φαντάζεσθε μιά τέτοια κατάσταση στήν Ἑλλάδα;

Ἐν ὀλίγοις, ἀντί νά κλαυθμυρίζουν διάφοροι πολιτευόμενοι, καλά θά κάνουν νά δοῦν μέ σοβαρότητα τό ζήτημα τῶν θεσμικῶν διασφαλίσεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλά εἴχαμε τόν κ. Τσίπρα νά διαμαρτύρεται ὅτι ὡς πρωθυπουργός δέν ἤλεγχε ὅλους «τούς ἁρμούς τῆς ἐξουσίας» καί νά ὑπόσχεται ὅτι θά τό κάνει στήν «δεύτερη φορά ἀριστερά».

Εὐτυχῶς τό ἐνδεχόμενο νά ξαναδοῦμε τόν ΣΥΡΙΖΑ νά κερδίζει ἐκλογές ἔχει πλέον ἀπομακρυνθεῖ. Ἀλλά ἐνῷ ὁ κ. Τσίπρας ἐν τῇ ἀφελείᾳ του ἀπεκάλυπτε τίς προθέσεις του, οἱ λοιποί πολιτικοί ἀρχηγοί τηροῦν αἰδήμονα σιγή. Οὐδείς θίγει τό ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν συνταγματικῶν θεσμικῶν διασφαλίσεων. Τό εἴπαμε καί παραπάνω. Ὅλους τούς βολεύει αὐτή ἡ κατάστασις. Ἄς μήν διαμαρτύρονται λοιπόν ὅταν ὁ ἀντίπαλός τους καθίσταται παντοκράτωρ.

Καί κάτι τελευταῖο. Ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς, μέ κυβέρνηση τοῦ 54% καί μέ ὑπερδιακοσίους βουλευτές, ἐνέκρινε ἕνα Σύνταγμα πού καθιέρωνε checks and balances καί περιόριζε τήν ἐξουσία του. Ἐκείνη τήν στιγμή τόσο τό ΠΑΣΟΚ τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου ὅσο καί ἡ Ἕνωσις Κέντρου τοῦ Γεωργίου Μαύρου εἶχαν ἐκμανεῖ μιλῶντας γιά «ὑπεξουσίες» πού ἐδίδοντο στόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας!

Απόψεις

Παράθυρο γιά κυβερνήσεις συνεργασίας ἀπό τόν Διοικητή τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος

Εφημερίς Εστία
«Χρειαζόμαστε κουλτούρα συναινέσεων» – Δέν ἀνέφερε τό ὄνομα Μητσοτάκης – Ἐπίθεσις κατά Ἀνδρουλάκη γιά τήν 13η σύνταξη, σχόλια κατά Τσίπρα γιά τό 2015

Ἡ «Πύλη τῶν Δακρύων» τῆς Μέσης Ἀνατολῆς

Εφημερίς Εστία
Τό μεῖζον εἶναι ἡ ἀνατροπή τῶν δεδομένων τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, ἀφοῦ πλέον μετά τά Στενά τοῦ Ὁρμούζ πλήττεται καί ἡ νοτία πρόσβασις τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, τό Στενό Μπάμπ ἐλ Μαντέμπ, πού, ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ βιβλική ἀρχαιολογία, ἑρμηνεύεται ὡς «Πύλη τῶν Δακρύων».

Κοινοβούλιο: Ἀντιπαράθεσις γιά «ἐκτροπή» τήν ἡμέρα τῆς… Δημοκρατίας

Εφημερίς Εστία
Ἡ συζήτησις γιά τήν συνταγματική ἀναθεώρηση ἐξελίχθηκε σέ μετωπική ἀναμέτρηση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη καί τοῦ Προέδρου τοῦ ΠΑΣΟΚ Νίκου Ἀνδρουλάκη, μέ ἐπίκεντρο τήν λειτουργία τῶν θεσμῶν, τήν δημοκρατική νομιμοποίηση τῶν κυβερνητικῶν ἐπιλογῶν καί τίς προτεινόμενες μεταβολές τοῦ Συντάγματος.

Ἀναμνήσεις ἀπό τήν μακρινή Μεταπολίτευση

Δημήτρης Καπράνος
Θά σᾶς διηγηθῶ τήν πρόσληψή μου στήν ἐφημερίδα της.

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Παύλος Νιρβάνας
Τό ἀεροπλάνον τοῦ ὀνείρου –τό ὁποῖον, ὡς γνωστόν, ἐκτελεῖ τάς συγκοινωνίας τοῦ χρόνου– μέ μετέφερεν εἰς τάς Ἀθήνας τοῦ 1886.