Περί νηστείας, ἱστορίες παλαιοτέρων ἐποχῶν

Τέτοιες μέρες, μᾶς τάραζε ἡ μάνα μας στήν νηστεία

Ἀπό τό μεσημέρι τῶν Βαΐων, πού τρώγαμε «ψάρι καί κολιό», ἄρχιζε ἡ νηστεία γιά ἐμᾶς, τά παιδιά. Οἱ μεγάλοι –δέν τό συζητῶ– νήστευαν ὅλη τήν Σαρακοστή. Ἡ δέ μάνα μας, τήν Μεγάλη Παρασκευή, δέν ἔπινε οὔτε νερό! Ἔπινε ἕνα φλυτζάνι τσάι ἀμέσως μετά τόν Ἐπιτάφιο καί ἀργότερα δυό-τρία παξιμάδια…

Βέβαια, ἡ νηστεία σέ ἕνα σπίτι πού μοσχομύριζε ὅλη τήν ἑβδομάδα, τήν μιά μέ τά κουλουράκια, τήν ἄλλη μέ τά τσουρέκια, δέν ἦταν καί τό πιό εὔκολο πρᾶγμα.

Τό νά ὑποχρεώνεσαι νά φᾶς τοματόσουπα ἤ ταχυνόσουπα, χόρτα μέ λαδάκι καί πατάτες τηγανιτές (εὐτυχῶς πού αὐτές εἶχαν ἐξαιρεθεῖ τῆς νηστείας) δέν ἦταν τόσο ἁπλό. Μήν βλέπετε σήμερα, πού «νηστεύουμε» μέ θαλασσινά, καλαμαράκια, χταπόδια, ὄστρακα, γαρίδες καί καραβίδες. Τότε δέν ἦταν εὔκολο νά τά ἀγοράσει αὐτά μιά οἰκογένεια. Μακαρόνια «ὀρφανά», μέ λαδάκι, σκορδομακάρονα, ἄντε καί καμιά κονσέρβα καλαμαράκια, ἐκεῖνα πού ἦταν βουτηγμένα στό μελάνι ὅταν τά ἄδειαζες στό πιάτο!

Ἔδεσμα μυρωδᾶτο, ἀλλά σπάνιο, τό χταπόδι μέ κοφτό μακαρονάκι. Ἴσως ἄν δέν μᾶς ἔλεγαν ὅτι βρισκόμασταν σέ περίοδο «νηστείας», νά τά τρώγαμε ὅλα αὐτά εὐχάριστα. Ἀλλά ὅταν εἶσαι παιδί καί σοῦ λένε «κάνε αὐτό», ἐσύ πάντα σκέπτεσαι πῶς νά μήν τό κάνεις! Ἔτσι, ἄρχιζαν οἱ ἐπιδρομές μας πρός τήν ὀροφή τοῦ ντουλαπιοῦ, ὅπου φυλάσσονταν οἱ πιατέλες μέ τά κουλουράκια, μέ προσοχή νά μήν φανεῖ ὅτι ἔλειπαν κάποια. Ὅλα αὐτά, βεβαίως, μετά τό πρωί τῆς Μεγάλης Πέμπτης, πού μεταλαμβάναμε στήν ἐκκλησία. Πρίν, οὔτε νά τό διανοηθοῦμε! Εἴχαμε πεισθεῖ ὅτι τό νά φᾶς «ἀρτήσιμα» πρίν κοινωνήσεις, ἦταν ἁμάρτημα μέγα! Κάποιων παιδιῶν, μάλιστα, οἱ γονεῖς, τους μιλοῦσαν γιά ἐφιαλτικές συνέπειες, τίς ὁποῖες πάντα «εἶχαν ὑποστεῖ ἄλλα παιδάκια, πού δέν τήρησαν τήν νηστεία καί κοινώνησαν ἔχοντας ἁμαρτήσει!». Τέτοια πράγματα… Θυμᾶμαι ἀκόμη ἐκείνη τήν μεγάλη, στρογγυλή πήλινη λεκάνη, μέσα στήν ὁποία ἔφτιαχναν οἱ γονεῖς μας τό ζυμάρι γιά τά τσουρέκια! Ἦταν ἀπό τίς σπάνιες περιπτώσεις πού ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα συμφωνοῦσαν σέ μιά συνταγή. Στά κουλουράκια εἴχαμε τήν «ὑδραίικη» τῆς γιαγιᾶς ἀπό τήν μητέρα καί τά «καστρίτικα», μέ τήν συνταγή πού εἶχε ὁ πατέρας. Στήν οὐσία δέν ὑπῆρχαν «καστρίτικα» κουλουράκια. Ἁπλῶς, ὁ πατέρας αὐτοσχεδίαζε! Στά τσουρέκια, ὅμως, συμφωνοῦσαν. Καί ἔβγαιναν ἀριστουργήματα! Ἐπιτρέψτε μου νά κλείσω τήν ἀναφορά στήν νηστεία μέ στίχους τοῦ φιλτάτου Γήση Παπαγεωργίου, πού ἐζήλεψε τόν Μπόστ.

«Τό Πάσχα νά ἑορτάσομεν, ὡς Ἕλληνες καί θρῆσκοι/ κρέατα ἀποφεύγομεν, ἐνίοτε καί οὐίσκυ./ Τρώγων αὐτά τά ἀνήθικα ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει/ κι εἶναι ἀπρεπές ἁμαρτωλός, νά πάει καί ν’ ἀποθάνει./ Γι’ αὐτό λοιπόν, προβαίνομεν εἰς αὐστηράν νηστεία/ μέ ὄσπρια καί ἀλάδωτα, πού δέν εἶν’ ἀμαρτία./ Ὁμοίως, μή ἁμαρτωλοί εἶναι καί οἱ χαλβάδες,/ θαλασσινά, μαλάκια, καθώς κι οἱ ταραμάδες./ Πιλάφια πάσης φύσεως, ἴσως μέ κάποια μύδια,/ κι ἄν δέν χορτάσομεν μέ αὐτά, μία ἀπό τά ἴδια…»

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ