Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 28 Ἰουνίου 1926
Ἡ γειτονιά ἔχει ἀναστατωθῇ ἀπό θρήνους, ἐδῶ καί λίγες ἡμέρες. Ἁπλούστατα, στό ἀντικρυνόν ἰσόγειον καταγίνονται νά ἀναθρέψουν ἕνα νεογέννητον σκυλάκι. Καί ἐπειδή, ὡς γνωστόν, προκειμένου περί σκύλων ἀγωγῆς, «οὐ τύπτει λόγος», τύπτει μόνον ἡ ράβδος.
– Μά γιατί τό δέρνετε ἔτσι αὐτό τό δυστυχισμένο σκυλάκι; ἐρώτησα τήν γειτόνισσαν.
– Γιατί εἶναι μουρντάρικο, κύριε. Λερώνει…
– Καί γι’ αὐτό τό δέρνετε;
– Γιά νά μάθη, κύριε.
– Καί δέν ἔμαθε ἀκόμη;
– Δέν θέλει νά μάθη. Τό ’βαλε πεῖσμα, βλέπετε. Λερώνει στήν κρεββατοκάμαρα, τό δέρνουμε, κι αὐτό πάει καί λερώνει στήν εἴσοδο. Τό δέρνουμε πάλι καί πάει καί λερώνει στήν κουζίνα. Τό ξαναδέρνουμε καί πάει καί λερώνει στή σάλα. Ἀπελπισία, κύριε, μ’ αὐτό τό σκυλί!
Τό δέρνουν, λοιπόν, ἕξι φορές τήν ἡμέραν, τοὐλάχιστον. Κι ἐκεῖνο κλαίει, ὀδύρεται, ξεφωνίζει μέ ἕνα τόνον ἐρωτηματικόν, ὡς νά ζητῇ νά μάθη γιατί τό δέρνουν. Διότι στοιχηματίζω ὅτι δέν ἔχει καταλάβει τίποτε ἀκόμη. Ἐν τούτοις, ὑποθέτω, ὅτι θά προσπαθῆ νά καταλάβη. Ὅσον καί νά μήν ἔχη ἕνα πλάσμα τοῦ Θεοῦ τήν συνήθειαν τῆς σκέψεως, ὁ πόνος εἶναι μέγας παράγων σκέψεως καί ἐρεύνης. Πρῶτα-πρῶτα λοιπόν τό σκυλάκι φαντάζομαι πώς θά ἐσκέφθη ὅτι δέν πρέπει νά λερώνη καθόλου. Αὐτό ἦτον εὔκολον νά τό καταλάβη, ἐπί τέλους. Λέρωμα ἴσον ξύλο, ἄρα μή λέρωμα μή ξύλο.
Καί θά ἀπεφάσισε, πράγματι, νά κρατηθῇ εἰς τό μέλλον. Ἀλλά ἡ Φύσις εἶναι ἀμείλικτη εἰς τάς προσταγάς της. Ἐκρατήθη, ἐκρατήθη, ἀλλά ἦλθε μία στιγμή πού δέν ἠμπόρεσε νά κρατηθῇ. Ἐλέρωσε πάλιν. Καί πάλιν ξύλο…
– Μά γιατί μέ δέρνουν –θά ἐσκέφθη τότε, μέ τήν στοιχειώδη του σκέψιν– γιά ἕνα πρᾶγμα πού εἶναι ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μου. Μήπως φταίω ἐγώ; Ἄς βροῦν τόν ὑπεύθυνον!
Ἐννόησε τότε ὅτι τό λάθος ἦτο νά λερώση στό δωμάτιον τοῦ ὕπνου. Ἔπρεπε νά λερώση ἀλλοῦ. Ἐπῆγε λοιπόν, ὅπως εἴδαμεν, κι ἐλέρωσε στόν διάδρομον. Τό νέον ξυλοκόπημα τοῦ ἔδωκε νά ἐννοήση ὅτι δέν ἔπρεπε νά λερώση οὔτ’ ἐκεῖ. Κι ἐπῆγε στήν κουζίνα. Πάλιν τά ἴδια. Ποῦ ἔπρεπε νά λερώση λοιπόν; Ἐπῆγε στήν σάλα. Τά ἴδια καί χειρότερα. Ἀδύνατον πλέον νά ἐννοήση τίποτε. Τό πῆρε ἀπόφασιν, ἐπί τέλους, ὅτι θά δέρνεται κάθε φορά πού ἐκτελεῖ τήν φυσικήν του ἀνάγκην καί ἐξακολουθεῖ νά δέρνεται, ἐνῷ ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογενείας, ὅπου τό ἔρριψεν ἡ Μοῖρα του, καταγίνονται νά τό ἀναθρέψουν εἰς βάρος τῆς ἡσυχίας τῶν γειτόνων.
Τό παιδαγωγικόν αὐτό σύστημα δέν εἶναι καί πολύ νέον. Ὁ γράφων τάς γραμμάς αὐτάς, νεαρός ἀνθυπίατρος κάποτε, ὑπηρετῶν εἰς τήν ναυαρχίδα τοῦ Στόλου, εἶχε φέρει μαζί του, στό πλοῖον, τόν πιστόν του σκύλον.
Ὁ μακαρίτης ὁ Γκράφ δέν ἦτο μικρός τήν ἡλικίαν. Καί ἐγνώριζε μερικά σχετικά πράγματα, ὅταν εὑρίσκετο στήν ξηράν. Ἀλλά σέ πολεμικόν πλοῖον εἶχεν ἔλθει νά κατοικήσει πρώτη φορά στήν ζωή του. Ἕνα πρωί, λοιπόν, ἄκουσα νά τόν δέρνουν ἀγρίως οἱ ναῦται. Ἔτρεξα νά ἰδῶ τί συμβαίνει.
– Γιατί τό δέρνετε τό σκυλί; ἐρώτησα ἀπό τό ὕψος τοῦ ἑνός μου σειρητιοῦ.
– Ξέρετε τί ἔκαμε τό βρωμόσκυλο, κύριε ἀνθυπίατρε; μοῦ εἶπαν μέ φρίκην.
– Τί ἔκανε;
– Ἐπῆγε καί λέρωσε μέσα στό καρρέ τοῦ Ναυάρχου.
Ὅ,τι εἶχε κάμει ὁ φτωχός Γκράφ ἦτο φυσικώτατον. Τοῦ εἶχαν ἀπαγορεύσει διαδοχικῶς νά λερώνη στούς διαδρόμους, στά δωμάτια, στό καρρέ τῶν ἀξιωματικῶν, στό καρρέ τοῦ Κυβερνήτου. Καί ἐπειδή ἐσκέφθη ὅτι, καί μέσα σ’ ἕνα πλοῖον, ἄνθρωποι καί σκύλοι κάπου πρέπει νά ἐκτελοῦν τάς φυσικάς των ἀνάγκας, ὑπέθεσεν ὅτι τό γνωστόν μέρος, ἀφοῦ τοῦ εἶχαν ἀποκλεισθῇ ὅλα τά ἄλλα διαμερίσματα, ἦτο τό καρρέ τοῦ Ναυάρχου. Καί πῆγε κι ἐκεῖ, χωρίς, ἐννοεῖται, μέ τοῦτο νά θέλη νά προσβάλη τόν Ναύαρχον, ὅπως ὑπέθεσαν οἱ ναῦται. Αὐτά συμβαίνουν μέ ὡρισμένα παιδαγωγικά συστήματα. Καί ἐφ’ ὅσον μέν ἐφαρμόζονται στούς σκύλους, πάει κι ἔρχεται, ὁπωσδήποτε, τό πρᾶγμα. Κάποτε, ὅμως, τά ἴδια παιδαγωγικά συστήματα ἐφαρμόζονται καί στούς ἀνθρώπους. Καί τότε…
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

