Ὁ προφήτης Τζίμης Πανούσης

Ποῦ νά τό φανταζόταν ὁ ἀξέχαστος φίλος Τζίμης Πανούσης ὅτι θά ἀποδεικνυόταν (καί ἐκεῖνος) μετά θάνατον προφήτης!

Ὁ Τζίμης στήν δισκογραφική του πορεία παρουσίασε καί ἕνα ἄλμπουμ μέ τίτλο «Προσεχῶς Βουλγάρες!». Ἦταν ἡ ἐποχή κατά τήν ὁποίαν οἱ ἀνά τήν Ἑλλάδα μοναχικοί ὑπερήλικες ἀλλά καί νεότεροι (καί μή μοναχικοί ἴσως) εἶχαν αἰσθανθεῖ ἀνακούφιση, καθώς τήν χώρα εἶχαν κατακλύσει ξανθιές αἰθέριες ὑπάρξεις, ἀπό τόν πρώην παράδεισο τῶν σοβιετικῶν σοσιαλιστικῶν δημοκρατιῶν –αἰωνία τους ἡ μνήμη (ἀλλά τί καλύτερα πού ἦταν ἐπί σοβιετίας γιά τήν Δύση τά πράγματα, γιά νά λέμε τήν μαύρη ἀλήθεια!)…

Ποῦ νά φανταζόταν ὁ Τζίμης ὅτι ἐκτός ἀπό τίς ἄξιες, δυναμικές καί πρῶτες στήν οἰκιακή ἐργασία κυρίες ἀπό τήν Βουλγαρία πού ἐργάσθηκαν καί ἐργάζονται (ὄχι τόσες πολλές πλέον) στά ἑλληνικά σπίτια, ἡ Βουλγαρία θά γινόταν προσφιλής τόπος καταφυγῆς γιά τούς Ἕλληνες συνταξιούχους (ζευγαρωμένους καί μοναχικούς) οἱ ὁποῖοι καταφεύγουν στήν χώρα τοῦ Συμεών γιά νά ζήσουν καλύτερα ἀπ’ ὅ,τι ἐδῶ, ἀφοῦ στήν Βουλγαρία, μέ τήν ζωή φθηνότερη κατά 30% ἀπό ὅ,τι στήν Ἑλλάδα, μποροῦν νά ζήσουν πολύ καλύτερα στήν δύση τῆς ζωῆς τους!

– Τί γίνεται, Κωνσταντῆ; Πῶς πᾶνε τά πράγματα; Τί κάνει ὁ ἀδερφός σου ὁ Νικόλας; ρωτᾶ ὁ ἐπισκέπτης τοῦ χωριοῦ τόν γέροντα, φίλο τοῦ μακαρίτη τοῦ πατέρα του.

– Μιά χαρά εἶναι. Κι τρώει κι πίν’ κι λουγαριασμό δίν δίν’! τοῦ ἀπαντᾶ ὁ συγχωριανός.

– Τί μοῦ λές; Δηλαδή πήγανε καλά οἱ ἐλιές ἐφέτος, ἔ;

– Τί νά τσί κάμει τσ’ ἐλιές; Τσ’ ἔδωκε μισιακές κι τά λιφτά του τά ’στελνε μί τίν Τράπεζα!

– Καλά, τοῦ τά στέλνουνε ἀπό τό χωριό μέ τήν Τράπεζα; Γιατί; Ποῦ εἶναι; Στήν Ἀθήνα;

– Ἄ, μά μπίτι ἀπληροφόρ’τος εἶσι; Στή Βουργαρία πιδάκιμ’ εἶνι ἀπό πέρσι κι σί χαιρετάει! Μαζί μί τήν Ὄλγα!

Τά χάνει ὁ ἐπισκέπτης, καθώς δέν θυμᾶμαι Ὄλγα στό σόι τοῦ φίλου τοῦ πατέρα του.

– Ὄλγα; Ποιά Ὄλγα; Μυρσινιώ δέν τήν λένε τή γυναίκα του;

– Δέν τή λένι, τήν ἐλέγανε! Πάει, ἔφκε πέρσι ἀπού τόν ξορκισμέν’. Κι πῆρε οὐ ἀδερφός μ’ τήν Ὄλγα κι φύγαν’ στό Νεσιμπούρ!

Καί πῆγε ὁ ἐπισκέπτης στόν καφενέ καί τά ἔμαθε χαρτί καί καλαμάρι! Ὀκτώ συνταξιοῦχοι ἔχουνε φύγει ἀπό τό χωριό καί ζοῦν πιά στήν Βουλγαρία. Οἱ ἑπτά μέ τίς κυράδες τους καί ὁ φίλος τοῦ πατέρα του μέ τήν Βουλγάρα πού κοίταζε τήν καρκινοπαθῆ σύζυγό του μέχρι πού πέθανε.

«Δέν τά βγάνουμε βόλτα ἐδῶ μί τά λιφτά πού μᾶς ἀπομεῖναν. Στή Βουργαρία πιρνάνι καλύτ’ ρα, οὖλα ἶνι φτηνότιρα, ἄσε πού εἶνι καί οἱ γιατροί σχεδόν τζάμπα! Μί τή σύνταξ’ κι κάτι ἀπό τσ’ ἐλιές καί τά χτήματα, πού τά δίνουνε νοικιάρικα στίς Ἀλβανοί, καλοπερνᾶνε στή Βουργαρία!

Καταλαβαίνετε; Παίρνουν τῶν ὀμματιῶν τους καί μέ τά ἑξακόσια τῆς σύνταξης κι ἄλλα τριακόσια ἀπό «τίς Ἀλβανοί» τόν μῆνα, περνᾶνε πασάδες στήν γειτονική, φτηνή καί φτωχότερη χώρα! Ποιός εἶπε ὅτι ἐξάγουμε μόνο ἐπιστήμονες καί ἐγκεφάλους; Καί συνταξιούχους ἐξάγουμε! Καί φοιτητές ἐξάγουμε! Ποιός ξέρει τί ἄλλο θά ἀκολουθήσει!

Απόψεις

Η Αθήνα στις παραμονές της Απελευθερώσεως

Ελευθέριος Σκιαδάς
Το άγνωστο παρασκήνιο και οι άνθρωποι που προετοίμασαν την επόμενη ημέρα

Στα βήματα των σύγχρονων Αποστόλων

Εφημερίς Εστία
Σε δύο διαφορετικές γωνιές του κόσμου, η ίδια πραγματικότητα: φτώχεια, πείνα, εγκατάλειψη, αλλά και άνθρωποι που αρνούνται να προσπεράσουν τον πόνο του άλλου

12 Οκτωβρίου 1944: Οι λησμονημένοι της Απελευθερώσεως

Ελευθέριος Σκιαδάς
Ο δήμαρχος Αθηναίων Αριστείδης Σκληρός και ο στρατιωτικός διοικητής Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος

«Ὁ σιωπῶν δοκεῖ συναινεῖν»

Εφημερίς Εστία
1827. Ἀφοῦ ὁ Καποδίστριας ἐξελέγη Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, μεταβαίνει στήν Γενεύη. Ἐκεῖ, ἕνας Φίλος σπεύδει νά τόν συγχαρεῖ.

Τό Γυμνάσιο Θέρμου, λιθίνη κιβωτός 100 ἐτῶν μέ «αἴθουσες ἐργαστήρια ὀνείρων», πρωτοπορεῖ!

Εφημερίς Εστία
Ποιήματα καί φωτογραφίες ἐπί τῶν τοίχων, «σχολικές θεατρικές παραστάσεις, μουσικές καί ποιητικές βραδιές, ἐκθέσεις, βραβεύσεις, τά ντοκυμανταίρ καί τά καινοτόμα προγράμματα» καθιστοῦν τό σχολεῖο πρότυπο ἵδρυμα συνολικῆς Παιδείας ἐν Ἑλλάδι