Ο ΠΑΠΠΑΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 11 Μαΐου 1919

Ὁ παππᾶς εἰσῆλθεν ἀπροσδόκητος εἰς τό προαστειακόν κουρεῖον.

– Καλῶς τόν παππᾶ! Κάτσε νά πιάσῃς σειρά!… τόν ὑπεδέχθησαν ἐγκαρδιώταται προσφωνήσεις ἀπό κουρεύοντας καί κουρευομένους.

Ἡ ἐγκαρδιότης αὐτή τοῦ ἄξιζε καθ’ ὅλα. Ἦταν ἕνας φόρος πρός τόν ἔξυπνον ἄνθρωπον καί τόν ἄνευ ὑποκρισίας κληρικόν. Ἀλλ’ ἦτο συγχρόνως καί ἕνα εἶδος διαδηλώσεως πρός τήν σπανίαν καί ἐξαιρετικήν ἐπίσκεψιν. Παππᾶς καί κουρεῖον εἶνε δύο πράγματα τόσον ἄσχετα συνήθως, ὅσον ὁ «κύων καί τό βαλανεῖον» τῆς ἀρχαίας παροιμίας. Καί μολονότι ἡ πρόληψις τῆς μακρᾶς κόμης καί τῆς ἀκαλλιεργήτου γενειάδος, μία πρόληψις μή ἔχουσα καμμίαν σχέσιν μέ τήν δογματικήν δεοντολογίαν, ἀρχίζει νά ὑποχωρῇ εἰς ὀρθοτέρας καί κυρίως καθαρωτέρας ἀντιλήψεις, τά κουρεῖά μας δέν ᾐσθάνθησαν ἀκόμη τόν εὐχάριστον ἀντίκτυπον εἰς τήν πελατείαν των.

Ἀλλά ὁ παππᾶς δέν ἤρχετο νά εὐπρεπισθῇ, ἐπί τοῦ παρόντος, εἰς τό κουρεῖον. Ἤρχετο ἁπλῶς χάριν τῆς καλῆς συντροφιᾶς. […]

– Ἅμ’ ἔλα, παππᾶ, νά σοῦ πάρουμε κι’ ἐμεῖς καμμιά πεντάρα! Ὅλο τοῦ λόγου σου θά μᾶς παίρνῃς τῇς προσφορές; εἶπεν ὁ καταστηματάρχης χαμογελῶν καί «δίδων σοφῷ ἀφορμήν» σύμφωνα μέ τό ἀρχαῖον παράγγελμα.

– Γιατί τάχα; ἀπήντησεν εὐθέως ὁ παππᾶς. Μήπως δέν ξουρίζομε κ’ ἐμεῖς;

– Χωρίς σαπουνάδα ὅμως! ἐπρόσθεσεν ὁ κουρεύς.

– Ἀδιάφορον! Κι’ ἡ δική μας ἡ δουλειά εἶνε σάν τή δική σας. Εὐπρεπίζομεν τάς ψυχάς τῶν Χριστιανῶν.

Τό Κοινόν ἐπεκρότησεν εἰς τό δροσερόν ἱερατικόν πνεῦμα, ποῦ δέν εἶνε καί πρᾶγμα τόσον συνειθισμένον εἰς τόν τόπον μας. Ταῦτο ἐνεθάρρυνε τόν νεωτεριστήν κληρικόν, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξεν ἐπιχαρίτως, δι’ ἐπισήμων ἱστορικῶν καί δογματικῶν δοκουμέντων, ὅτι ἡ σημερινή ἐξωτερική παράστασις τοῦ ὀρθοδόξου κλήρου, τό σακροσάντο τοῦ σημερινοῦ Σχήματος, δέν ἀνάγεται εἰς τούς Ἀποστολικούς καί τούς πρώτους ἐν γένει χρόνους τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλά διεμορφώθη βαθμηδόν ἀπό ἔθιμα ἤ ἀνάγκας ἀσχέτους πρός τά Δόγματα καί τούς Ἀποστολικούς Κανόνας. […]

– Τό ἀποτέλεσμα εἶνε, εἶπεν ἐρχόμενος εἰς τά παραδείγματα, ὅτι κάθε πρωΐ, ποῦ θά βγῶ ἀπό τό σπίτι μου, πέντε θά μέ φτύσουν, δέκα θά μέ μουντζώσουν ἱεροκρυφίως, εἴκοσι θά κάμουν ἀπρεπῆ σχήματα εἰς τήν ἐμφάνισίν μου διά νά σωθοῦν ἀπό φαντασιώδη κακά. […]

Καί ἐξηκολούθησε τά παραδείγματα. Ἀνέφερεν ἕνα μακαρίτην φίλον του, ὑποναύαρχον ἐν ἀποστρατείᾳ, ὁ ὁποῖος, μολονότι τόν ἐδέχετο τακτικά εἰς τό σπίτι του καί τοῦ προσέφερε μάλιστα καί μαστίχαν, δέν ἠμποροῦσε νά κρατηθῇ, ναύαρχος αὐτός, ἀπό τοῦ νά ἐπαναλαμβάνῃ ὡρισμένα σχήματα ἐξορκισμῶν ἐπί τῇ θέᾳ του, μέχρις ὅτου ὁ δυστυχής κληρικός ἠναγκάσθη νά τοῦ ὑποδείξῃ κἄποιαν λογικωτέραν μετάθεσιν τῶν ἐξορκισμῶν, θεραπεύσασαν ὁριστικῶς τόν ναύαρχον ἀπό τήν πρόληψίν του. Ἀνέφερεν ἀκόμη κἄποιον χαρτοπαίκτην γνωστόν του, τοῦ ὁποίου δέν ἠμποροῦσε νά ἐξηγήσῃ τήν συμπεριφοράν.

– Ἕνα ἀπόγευμα τόν συναντῶ μόλις ἔβγαινε ἀπ’ τό σπίτι του καί μοῦ γυρίζει θυμωμένος τά μοῦτρα. Τήν ἄλλη μέρα τόν ξαναβλέπω, καί μόνο ποῦ δέν μέ φίλησε. Τί συνέβαινε, νομίζετε; Τήν πρώτη φορά ὁ ἄνθρωπος πήγαινε νά παίξῃ. Μ’ εἶδε καί τόν ἔπιασε τρομάρα. Πῆγε κ’ ἔπαιξε ὁπωσδήποτε κ’ ἐκέρδισε τρεῖς χιλιάδες. Μέ πῆρε γιά γουρλῆ, λοιπόν, κ’ ἔτσι τή δεύτερη φορά ἀλλάξανε τά πράγματα. Αὐτά, ἐννοεῖται, τἄμαθα ἀργότερα ἀπό κἄποιον φίλον.

– Κι ἄλλα, κι’ ἄλλα! ἐπρόσθεσε. Τί νά πρωτοθυμηθῶ; Αὐτά ἔχει, βλέπετε, τό Σχῆμα κι’ αὐτό τό καλιμαύκι, ποῦ, καθώς βλέπετε, εἶνε ἕνα ἀνάποδο καπέλλο, μέ τό γῦρο ἀπάνω, ἀντί κάτω, ὅπως ὅλα τά καπέλλα. Πῶς ἐβγῆκε, μυστήριον! Οἱ πρῶτοι τοὐλάχιστον ἱερεῖς τῆς Χριστιανωσύνης, ποῦ ἦσαν καλλίτεροι ἀπό ’μας, φοροῦσαν σκιάδια, ποῦ σκέπαζαν καί τό λαιμό ἀπό πίσω, ἐξ οὗ καί καλιμαύκι, δηλαδή καλυμαυχένιον. Ἀκοῦστε ὅμως καί τό τρομερώτερο.

– Μιά φορά ταξείδευα μ’ ἕναν ἄλλον παππᾶ. Ὄξο ἀπό τόν Καβοντόρο μᾶς ἔπιασε μιά τρομερή φουρτούνα. «Οἱ παππάδες στή θάλασσα!» φωνάζανε οἱ ἐπιβάτες ἀγριεμένοι. Φόβος καί τρόμος! Ἕνας, μανιακός ἀπ’ τό φόβο του, ἀνεβαίνει τότε στή γέφυρα, μέ τό πιστόλι στό χέρι, καί λέει τοῦ καπετάνιου: «Ἤ ρίχνεις τούς παππάδες στή θάλασσα ἤ σοῦ τήν ἀνάβω!» Ὁ καπετάνιος τἄχασε. Μᾶς παίρνει καί μᾶς χώνει στό μπαλαοῦρο. «Μήν τό κουνήσετε ἀπό ’δῶ, μᾶς λέει, γιατί σᾶς περιμένουνε καί χειρότερα!» Καί μείναμε, ποῦ λέτε, κύριοι, στό μπαλαοῦρο εἰκοσιτέσσερες ὧρες, ὥς ποῦ ἔδωκε ὁ Θεός καί φθάσαμε στό λιμάνι.

– Τί λές, παππᾶ; συνεπέρανεν ὁ καταστηματάρχης. Ἔρχεσαι λοιπόν νά στά ψαλλιδίσω λιγάκι;

– Ἄφησε τ’ ἀστεῖα, παιδί μου! εἶπεν ὁ παππᾶς. Κάθε πρᾶμμα στήν ὥρα του. Ἕως οὗ φωτισθῶσιν οἱ πολλοί καί πληθυνθῇ ἡ γνῶσις!

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Τά «μπαοῦλα τοῦ Καποδίστρια» περιεῖχαν, πέραν ἀντικειμένων, τό ὅραμα τῆς Ἀναγεννωμένης Ἑλλάδος!

Εφημερίς Εστία
Ἡ Διευθύντρια τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων μυεῖ ὡς συγγραφεύς τά παιδιά στήν Ἱστορία, μέ τό ἔργο «Τά μπαοῦλα τοῦ Καποδίστρια», ἐπισημαίνουσα στήν «Ἑστία» ὅτι «ἐπιτυχημένο εἶναι ἕνα παιδικό ἱστορικό βιβλίο πού μεταδίδει ἀλήθειες μέ ἐκφραστική ἀμεσότητα ὁδηγῶντας σέ σκέψεις, μεταδίδει πληροφορίες μέ τρόπο εὐκρινῆ καί εὔληπτο, καί μέ τόν τρόπο αὐτόν μπορεῖ νά ξεκλειδώσει καί νά διασυνδέσει στοιχεῖα ἤδη γνωστά μαζί μέ τίς νέες πληροφορίες»

Ἡ «φωτιά» στόν Κόλπο καί ὁ ἐνεργειακός ἐφιάλτης

Εφημερίς Εστία
Οἱ ἐπιθέσεις τῶν Χούθι στήν Σαουδική Ἀραβία, τά πλήγματα ἐναντίον πλοίων στά Στενά τοῦ Ὁρμούζ καί ἡ εὔθραυστος ἰσορροπία στίς ἀγορές πετρελαίου καί φυσικοῦ ἀερίου φέρουν τήν Εὐρώπη ἀντιμέτωπο μέ ἕνα νέο κῦμα ἀκριβείας

Γιά τήν μικρή ἑλληνική ἐμπορική ναυτιλία

Δημήτρης Καπράνος
Ἐκτός ἀπό τήν ποντοπόρο ναυτιλία, αὐτήν, δηλαδή, μέ τά πολλά καράβια, τίς πολλές παραγγελίες γιά καινούργια βαπόρια, τίς διαπραγματεύσεις τῶν μετοχῶν τους στά ξένα (προσφάτως καί στό ἑλληνικό) Χρηματιστήρια, ὑπάρχει καί ἡ «μικρή».

«Ὁ Σίφουνας» τῆς ἐξουσίας: Τό τίμημα τῶν ἠθικῶν συμβιβασμῶν

Μύρνα Νικολαΐδου
Τίς τελευταῖες ἡμέρες παρηκολούθησα στό Netflix τήν σειρά «Σίφουνας», ἕνα πολιτικό θρίλλερ νοτιοκορεατικῆς παραγωγῆς, τό ὁποῖο ἑστιάζει στήν σφοδρή σύγκρουση μεταξύ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Πάρκ Ντόνγκ-χό καί τῆς Ἀναπληρωτρίας Πρωθυπουργοῦ Τζόνγκ Σού-τζίν

Ἐθνική στρατηγική καί δεκαπενταετές πρόγραμμα ζητεῖ ἡ Ἕνωσις Ἑλληνικῶν Ναυπηγείων

Εφημερίς Εστία
Ὁμοφώνως υἱοθέτησε τήν πρόταση τοῦ προεδρείου τό Διοικητικό Συμβούλιο τῆς Ἑνώσεως Ἑλληνικῶν Ναυπηγείων (ΕΕΝ).