Μέ τά πουλιά καί τά βατράχια τοῦ Βοτανικοῦ

Σάν χθές, 10 Μαρτίου, τό 1992, ἔφυγε ἀπό τήν ζωή ὁ σπουδαῖος λαϊκός δημιουργός Γιῶργος Ζαμπέτας.

Κατά τήν ἄποψή μου, ὑπῆρξε ἕνας ἐκ τῶν κορυφαίων σύγχρονων Ἑλλήνων δημιουργῶν. Αὐτοδίδακτος, ἐμπνευσμένος, ἄριστος γνώστης τοῦ ὀργάνου του (μπουζούκι) καί ἐκφραστής μιᾶς λαϊκῆς θυμοσοφίας, γεμάτης νοήματα καί εἰκόνες.

Ὅταν τόν ἄκουγα νά λέει ὅτι «ἔμαθε μουσική ἀπό τά βατράχια καί τά πουλιά στόν Βοτανικό», τό θεωροῦσα σχῆμα λόγου. Ὅταν τόν γνώρισα ἀπό κοντά, συνομίλησα ἀρκετά μαζί του καί σχημάτισα ἀντίληψη καί ἄποψη, ἄρχισα νά μελετῶ προσεκτικά τά τραγούδια του καί, κυρίως, τίς εἰσαγωγές τους.

Ἦταν ἐντυπωσιακά τά σχήματα πού χρησιμοποιοῦσε, χωρίς νά ἔχει θεωρητική μουσική κατάρτιση καί μέσα σέ αὐτά ἀνακάλυπτες κελαηδισμούς καί «νερά τρεχούμενα», ὅπως συνήθιζε νά λέει.

Πράγματι, ὅταν προσέφευγε στίς «λαϊκές ροῦμπες» καί χρωμάτιζε μέ τόν ρυθμό τους κάποια τραγούδια του, μποροῦσες νά κλείσεις τά μάτια καί νά ἀφεθεῖς νά κυλᾶς μέσα σέ ἕνα πλεούμενο, στά νερά ἑνός πεντακάθαρου ποταμοῦ.

Θυμᾶμαι, πού, μελετῶντας τήν εἰσαγωγή τοῦ τραγουδιοῦ «Τί σοῦ ’κανα καί μ’ ἐγκατέλειψες» (ἀπό ντό ἐλάσσονα) τοῦ εἶπα ὅτι «ἐδῶ ἀκούγονται καθαρά τά πουλιά τοῦ Βοτανικοῦ» καί μοῦ εἶπε γελῶντας «καί τά βατράχια; Δέν τ’ ἀκοῦς τά βατράχια;»…

Δηλώνω φανατικός θαυμαστής καί λάτρης τοῦ Γιώργου Ζαμπέτα. Ὄχι μόνο ἐπειδή εἶχα τήν τεράστια τύχη καί εὐλογία νά βρεθῶ κοντά του γιά ἕνα διάστημα (ὅταν ἐργαζόμουν ὡς μουσικός στό

«Κάν-Κάν» τοῦ Νίκου Γιγουρτάκη), ἀλλά ἐπειδή μελέτησα τό ἔργο του καί τόν θεωρῶ κορυφαῖο ἐκφραστή τοῦ «μπελκάντο» στό λαϊκό μας πεντάγραμμο.

Μέ καταγωγή ἀπό τήν Κύθνο, ἀλλά μέ ἔντονο τόν ἦχο τῶν νησιῶν τοῦ Ἰονίου στίς δημιουργίες του, μᾶς ἔδωσε μιά σειρά ἀπό ἐξαίσια τραγούδια, τά ὁποῖα γέμισαν τήν ζωή μας καί ἐξακολουθοῦν νά ἀκούγονται εὐχάριστα καί σήμερα, ἀντιστεκόμενα στήν πλημμυρίδα τῆς μετριότητας καί τῆς ἰσοπεδωτικῆς εὐκολίας.

Δέν εἶναι τυχαῖο, ἀσφαλῶς, πού οἱ μεγάλοι δημιουργοί τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης) ζήτησαν ἀπό τόν Γιῶργο Ζαμπέτα νά μετέχει στίς ἠχογραφήσεις δημιουργιῶν τους.

Μνημειώδης ἡ συνεργασία του μέ τόν Χατζιδάκι στά «Παιδιά τοῦ Πειραιᾶ», μέ ἐκεῖνο τό ἀλήστου μνήμης γλέντι στίς Κάννες, ὅπου ἡ ταινία «Ποτέ τήν Κυριακή» ἔτυχε μεγάλης ἀναγνωρίσεως ἐνῷ ἡ «πεννιά» του στό τραγούδι-θέμα τῆς ταινίας, ἀκούστηκε σέ ὅλο τόν κόσμο καί, μάλιστα, τό κομμάτι ἀπέσπασε τό «Ὄσκαρ» καλύτερου τραγουδιοῦ!

Δέν μπορεῖς παρά νά συμφωνήσεις μέ τήν ἄποψη τοῦ Λευτέρη Παπαδόπουλου: «Ὁ Ζαμπέτας ὡς συνθέτης χωράει μέσα στήν πρώτη δεκάδα τῶν μεγάλων μορφῶν τοῦ ρεμπέτικου καί λαϊκοῦ μας τραγουδιοῦ. Ὡς ἐκτελεστής στό μπουζούκι ἦταν ὁ καλύτερος, ἀπό τήν ἄποψη τοῦ προσωπικοῦ ἤχου, ἀλλά σάν “σόουμαν” ἦταν μοναδικός. Ἕνας καλλιτέχνης πού ἄν εἶχε γεννηθεῖ στήν Ἀμερική θά πρωταγωνιστοῦσε, πιθανότατα, στήν παγκόσμια σκηνή!»…

Μελοποίησε σπουδαίους στιχουργούς, μεταξύ τῶν ὁποίων ἡ Εὐτυχία Παπαγιαννοπούλου, ὁ Δημήτρης Χριστοδούλου, ὁ Πυθαγόρας, ὁ Φώντας Φιλέρης καί ὁ στενός του συνεργάτης Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ὁ ἐπονομαζόμενος «τσάντας».

Τά τραγούδια του ἀκούγονται στίς παρέες, στά γλέντια, στίς συναυλίες. Καί θά ἀκούγονται πάντα…

Απόψεις

Ὁ «μετα-ἄνθρωπος» δημιούργημα τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης

Εφημερίς Εστία
Μποροῦμε νά δώσουμε μιά ἐπιστημονική ἐξήγηση βασισμένη στούς φυσικούς νόμους;

Ἑστία, Παρασκευή 29 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΝΕΟΝ ΦΕΟΥΔΟΝ

Τό «σοῦπερ ἐκλογικό ἔτος» τοῦ 2027: Ἡ κατάρρευσις τοῦ Κέντρου καί τό ἠχηρό καμπανάκι γιά τήν Ἀθήνα

Μύρνα Νικολαΐδου
Ὄπισθεν τῶν μεγαλοστόμων διακηρύξεων τῶν Βρυξελλῶν καί τῆς ἀθεραπεύτου τεχνοκρατικῆς αὐταρεσκείας τῶν φιλελευθέρων διευθυντηρίων, ἡ εὐρωπαϊκή πραγματικότης ἀποδεικνύεται ἀδυσώπητος.

Ἐνόχλησις Μαξίμου γιά Φλωρίδη – Τριαντόπουλο

Εφημερίς Εστία
Γκάφα Μαρινάκη: Μίλησε γιά «τεκμήριο ἀθωότητος Τριαντόπουλου» πρίν παραπεμφθεῖ στό Εἰδικό Δικαστήριο – Δυσαρέσκεια γιά τό «κάρφωμα» στόν Πρωθυπουργό, πού ἀνοίγει ζήτημα «ἠθικῆς αὐτουργίας»

Ἑνιαία ἡ Δικαιοσύνη;

Μανώλης Κοττάκης
Στήν πράξη: «Δέν μπορεῖς, κυρία ἀντιπολίτευση, νά διαμαρτύρεσαι γιά τήν ἀρχειοθέτηση τῶν ὑποκλοπῶν καί τήν ἄλλη νά χαίρεσαι γιά τήν εἰσαγγελική πρόταση περί παραπομπῆς Τριαντόπουλου. Ἤ τά σέβεσαι ὅλα ἤ τίποτα. Ἀ λά κάρτ Δικαιοσύνη δέν ὑπάρχει».