Κοκορέτσι καί ἰμάμ, ἐδέσματα ἑλληνικότατα

Ποῦ μαγείρευαν οἱ Τοῦρκοι πρίν ἀποκτήσουν συνήθειες τίς ὁποῖες οὐδέποτε εἶχαν;

Ποῦ εὕρισκαν «στρύχνον» (μελιντζάνα) καί «στρύχνον τό λυκοπερσικόν», ἄλλως «λυκοπερσικόν τό ἐδώδιμον» (τομάτα), γιά νά παρασκευάσουν «ἰμάμ μπαϊλντί»; Ἀπό ποῦ ὥς ποῦ τό «κοκορέτσι» εἶναι τούρκικο, ὅταν ἕνα πιάτο πανομοιότυπο ἐπιβεβαιώνεται γιά πρώτη φορά στήν κουζίνα τῶν Βυζαντινῶν, οἱ ὁποῖοι τό ἀποκαλοῦσαν «πλεκτήν», «κοιλιόχορδα» καί «χορδόκοιλα»;

Ποῦ καλλιεργοῦσαν τομάτες καί μελιντζάνες ἀλλά καί μπαχαρικά οἱ ἔφιπποι νομάδες, περιπλανώμενοι πλιατσικολόγοι, μέχρι πού κατέλαβαν τήν Κωνσταντινούπολη καί ἔμαθαν ὅτι ὑπάρχουν μαγειρικά σκεύη, κύλικες, κουζίνες, συνταγές μαγειρικῆς, κρεβάτια, παλάτια, κοινωνική ζωή, θέατρο, βιβλία, πάπυροι;

Ὅλα αὐτά τά ἐδέσματα, τά ὁποῖα τώρα προσπαθοῦν νά βαφτίσουν «τουρκικά», εἶναι ἑλληνικά, βυζαντινά, ἀρβανίτικα καί περσικά. Κάποια εἶναι καί ἀραβικά. Ὅλα, δηλαδή, εἶναι «ἀντιγραφές» ἀπό χῶρες καί κράτη πού γνώριζαν τί θά πεῖ πολιτισμός, τί θά πεῖ μαγειρική, τί θά πεῖ τερψιλαρύγγιο, τί θά πεῖ συμπόσιο. Αὐτά τά ἔμαθαν οἱ Σελτζοῦκοι ὅταν βρέθηκαν καί ἔζησαν στήν πολυ-πολιτισμική Κωνσταντινούπολη, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ὑπάρχουν γλῶσσες οἱ ὁποῖες γράφονται σέ χαρτί ἤ σέ δέρμα, ὅτι ὑπάρχουν γλῶσσες πού… διαβάζονται! Ἰδέα δέν εἶχαν γιά ὅλα αὐτά, μέχρι πού ἄρχισαν νά κατακτοῦν -διά πυρός καί σιδήρου- ἄλλους λαούς, μέ πολιτισμό καί παραδόσεις.

Τίποτε ἀπό ὅσα προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν ὡς «κληρονομιά τους» δέν τούς ἀνήκει. Ἀντιγραφές εἶναι τά τζαμιά τους, ἀπό ἀραβική καί βυζαντινή τέχνη. Γι’ αὐτό καί δέν μποροῦν νά σεβαστοῦν τήν Ἁγία Σοφία. Τούς «μπαίνει στό μάτι», τούς «καίει», γιατί ὑπῆρξε ἡ μοναδική πηγή ἐμπνεύσεως τῶν λιγοστῶν συμπατριωτῶν τους, πού ἀσχολήθηκαν μέ κάτι ἄλλο ἐκτός ἀπό τό πλιάτσικο καί τήν σφαγή. Καί βέβαια «μπαΐλντισε ὁ ἰμάμης», ἀφοῦ κατέβασε -ὁ βάρβαρος- ὁλόκληρη τήν χύτρα μέ τά στρύχνα καί τά λυκοπερσικά, πού εἶχε μαγειρέψει ἡ νοικοκυρά στόν Βόσπορο. Καί «ἔφαγε μέχρι σκασμοῦ», ὅπως λέμε στό χωριό μου, τό Καστρί Κυνουρίας, ὅπου Τοῦρκος δέν πατοῦσε εὔκολα, γιά νά ἐξηγούμεθα! Φυσικά καί τό «κοκορέτσι» δέν εἶναι δικό τους παρασκεύασμα. Εἶχαν παράδοση καί σχέση μεγάλη οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες μέ τά ἐντόσθια, τά ὁποῖα οἱ περισσότεροι λαοί τά πετοῦσαν ἤ τά ἔδιναν τροφή στά ἁρπακτικά. Οἱ κλέφτες στά γλέντια τους ἔφτιαχναν «πλεχτές», ὅπως εἶχαν μάθει ἀπό τούς προγόνους τους.

Καί μία σύντομη ἱστορία. Ὁ θεῖος Τόμ, ὁ Ἄγγλος ξενέρωτος στρατιωτικός, πού γνώρισε τήν θεία μου, καθηγήτρια Γαλλικῶν, στά γεγονότα τοῦ ’45-’49 καί τήν παντρεύτηκε «δόξῃ καί τιμῇ», δοκίμασε γιά πρώτη φορά κοκορέτσι ἀπό τά χέρια τοῦ μάστορα ψήστη πατέρα μου. «Ὄου, Τανάσις, ντελίσιους» τοῦ λέει. Ὁ πατέρας μας, μέ πηγαῖο χωριάτικο χιοῦμορ, λέει στόν ἀγγλομαθῆ μεγαλύτερο ἀδελφό μου. «Πές του, ὅτι εἶναι ἐντόσθια καί ἔντερα ἀπό τό ἀρνί πού θά σουβλίσουμε αὔριο!» Καί μόλις τό ἄκουσε ὁ Ἐγγλέζος ἔτρεξε ἀμέσως γιά …ἐξαγωγή, καθ’ ὅτι τοῦ ἄρεσε μέν ὡς ἔδεσμα, ἀλλά τό θεώρησε «βάρβαρο» ὡς ἰδέα! Βεβαίως, ἀργότερα, ντερλίκωνε μία χαρά μέ κοκορέτσι, γαρδούμπα καί ἄλλες «βαρβαρότητες»…

Ἑλληνικότατο καί τό «ἰμάμ» καί τό «κοκορέτσι» καί ὅλα ὅσα οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νά ἰδιοποιηθοῦν. Τό κοκορέτσι εἶναι τουρκικό ὅσο καί τά ἑλληνικά ψηφιδωτά πού ἀνακαλύπτουν κάθε τόσο ἔκθαμβοι στά χώματα τῆς «Μεγάλης Ἑλλάδος» οἱ Τοῦρκοι ἀρχαιολόγοι!

Απόψεις

Οἱ Ρῶσσοι ἐξευτέλισαν στό φῶς τῆς ἡμέρας τόν Σύμβουλο Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας

Εφημερίς Εστία
Τό ζήτημα ἔχει δύο πτυχές. Ἡ μία εἶναι ἡ ὀφθαλμοφανής.

Στρατηγικός ἑταῖρος τῆς ΕΕ καθίσταται ἡ Τουρκία

Εφημερίς Εστία
ΕΙναι ἀφελεῖς ὅσοι νομίζουν ὅτι ἀποτελεῖ διαπραγματευτικό «χαρτί» στά χέρια τῆς Ἑλλάδος ἡ στάσις τήν ὁποία ἐνδεχομένως θά κρατήσουμε ἀπέναντι στήν ἐνταξιακή πορεία τῆς Τουρκίας στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση.

Ὠμή παρέμβασις Ἐρντογάν στούς Πομάκους τῆς Θράκης

Εφημερίς Εστία
Η Θράκη, ἡ ἀκριτική ἐσχατιά τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐπανῆλθε στήν ἐπικαιρότητα γιά δύο γεγονότα, τά ὁποῖα, ἄν καί δέν συνδέονται ἀποδεδειγμένως μεταξύ των, ὑπενθυμίζουν τήν ἰδιαιτέρα βαρύτητα τῆς περιοχῆς ὑπό τό πρῖσμα τῆς ἐθνικῆς ἀσφαλείας καί τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.

Ὅταν τραβᾶς σωστά κουπί, φθάνεις μακριά…

Δημήτρης Καπράνος
Τύχῃ ἀγαθῇ, συναντήθηκα μέ τόν ἐκλεκτό δημοσιογράφο καί συγγραφέα Ράγκναρ Γκράντ Στένε, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀποφασίσει νά ζήσει στόν Πειραιᾶ καί φτιάξαμε ἕνα καλό «δίδυμο», συνεργαζόμενοι μέ νορβηγικούς ἐκδοτικούς οἴκους (ἀπό πρακτορεῖο εἰδήσεων μέχρι ἐφημερίδες καί περιοδικά).

ΕΝΑΣ ΕΥΘΥΜΟΣ ΦΟΡΟΣ

Παύλος Νιρβάνας
Οἱ φόροι δέν εἶναι καθόλου εὔθυμα πλάσματα. Ἀπεναντίας, εἶναι πολύ σοβαρά καί ἀγέλαστα.