Κι ὅμως, οἱ Ἕλληνες ἦταν νοικοκυραῖοι…

Εἶδα πάλι προχθές στόν κάδο τῶν ἀπορριμμάτων βιβλία!

Κάηκε ἡ καρδιά μου. Καί γύρισα πίσω, τότε πού ἡ Ἑλλάδα ἦταν φτωχή, ἀλλά τά σχολικά βιβλία τά ἀγοράζαμε! Οὐρές περίμενε ὁ κόσμος ἔξω ἀπό τά βιβλιοπωλεῖα τῆς Κοκκινιᾶς, τήν «Χρυσαυγή» καί τόν «Ἑρμῆ», ὅταν ἄρχιζαν τά σχολεῖα, τόν Σεπτέμβριο. Ἀγοράζαμε βιβλία καί τετράδια καί στό σπίτι ἄρχιζε ἡ ἱεροτελεστία. «Ντύναμε» τά τετράδια καί τά βιβλία μέ μπλέ «κόλλα γλασέ» καί κολλούσαμε ἐττικέτες. «Τετράδιον ἀντιγραφῆς τοῦ μαθητοῦ…» ἤ «Βιβλίον Ἱστορίας τῆς μαθητρίας…».

Τά βιβλία μας τά προσέχαμε, τά ἀγαπούσαμε, δέν γράφαμε ποτέ στίς σελίδες τους. Ἄν θέλαμε νά σημειώσουμε κάτι, χρησιμοποιούσαμε μολύβι, γιά νά μποροῦμε νά σβήσουμε τά σημάδια μέ τήν γομολάστιχα. Στό τέλος τῆς χρονιᾶς, πάντα κάποιο γειτονόπουλο θά βρισκόταν, ἕναν χρόνο μικρότερο, καί τά βιβλία περνοῦσαν σέ ἐκεῖνο. Ἄν ὑπῆρχαν μικρότερα παιδιά στήν οἰκογένεια, τά βιβλία «περίμεναν» σέ κάποιο ντουλάπι.

Ἡ Ἑλλάδα ἦταν φτωχή, ἀλλά οἱ Ἕλληνες ἦταν νοικοκύρηδες. Τό μεσημεριανό φαγητό δέν κατέληγε στόν κάδο, ἀλλά τρωγόταν τό βράδυ ἤ τήν ἑπόμενη ἡμέρα.

Ποιός τολμοῦσε νά πετάξει ψωμί; «Πετᾶς τόν Χριστό» ἔλεγαν οἱ μεγαλύτεροι καί ποῦ νά τολμήσεις νά τό πετάξεις! Ἔτσι, σιγά-σιγά, οἱ γονεῖς μας ἄρχισαν νά βάζουν κάτι στήν ἄκρη, καί ἀπό τό ’65 καί μετά ἄρχισε ἡ ἀνάπτυξη, μέ ἀτμομηχανή τήν οἰκοδομή. «Ἕνα κεραμίδι νά βάλουμε ἀπό κάτω τό κεφάλι μας» κι ὕστερα «κι ἕνα ἀκόμα ὄροφο γιά τά παιδιά.»

Εἶχε πάρει φόρα καί ἡ ναυτιλία, ἐρχόταν τό συνάλλαγμα, καπεταναῖοι, μηχανικοί, λοστρόμοι, ἠλεκτρολόγοι, καμαρότοι, καραβομαραγκοί, μάγειροι, ναῦτες, τζόβενα, βρῆκαν στήν θάλασσα τήν λύση καί πήγαιναν οἱ γυναῖκες στά γραφεῖα κι ἔπαιρναν τόν μισθό. Ἔτσι δούλευε ἡ χώρα. Μέ τά βιβλία ἀπό χέρι σέ χέρι, μέ τά ροῦχα τοῦ μεγάλου παιδιοῦ στό μικρότερο πού ἐρχόταν, μέ δύο ζευγάρια παπούτσια τόν χρόνο, μέ ἕνα σορτσάκι καί ξυποληταρία τά καλοκαίρια. Μέχρι πού μᾶς ἦρθε ἡ «Σχολή Μάντισον» μέ τόν Ἀνδρέα καί μᾶς ἄρχισε στίς ἀμερικανιές. Μᾶς πῆρε καί μᾶς σήκωσε, φτάσαμε ἀπό τό «δέν πειράζει ἄν χρωστᾶς» τοῦ Ἀνδρέα στό «αὐτή εἶναι ἡ Ἑλλάδα» τοῦ Σημίτη, γεμίσαμε τά πορτοφόλια μέ κάρτες καί κουπόνια, καί μᾶς ἄφησαν νά πιστεύουμε ὅτι γίναμε μπρούκληδες!

Κι ὕστερα ἦρθε ὁ Κώστας Καραμανλῆς, πού δέν πρόκαμε νά κάνει κάτι σημαντικό διότι ὑπονομεύθηκε ἀπό τούς «νταβατζῆδες» τοῦ Μπαϊρακτάρη, γιά νά φθάσουμε στόν Γιωργάκη πού μᾶς πέταξε στά λιοντάρια, στόν Ἀντωνάκη, πού «ἔσκιζε τά μνημόνια», στόν Ἀλέξη πού μᾶς ἔκλεισε τίς Τράπεζες καί τά σπίτια γιά νά ἀπολαμβάνουμε σήμερα ἕνα πολιτικό σκηνικό πού φυλλορροεῖ καί μιά ἐπέλαση τῶν «funds», πού μᾶς κλέβουν τό βιός! Ἄντε τώρα, πάλι ἀπό τήν ἀρχή τό μαγκανοπήγαδο.

Ἀπ’ τό ’60 ξεκινᾶμε, ἄν δέν τό ἔχετε ἀντιληφθεῖ. Μόνο πού τότε εἴχαμε φάμπρικες, εἴχαμε Κεράνη, Παπαστρᾶτο, Καρέλια, Πίτσο, Ἰζόλα, Νάση, Χρωτέξ, Βιβεχρώμ, κι ἕνα σωρό μεγάλες καί μικρές βιομηχανίες καί βιοτεχνίες. Τώρα, ὅλα εἶναι πολύ πιό δύσκολα. Ὁ Θεός νά βάλει τό χέρι του…

Απόψεις

«Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος- 90 χρόνια ζωής και μαρτυρίας».

Εφημερίς Εστία
Κείμενα: Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθάγγελος

Ο μύθος και η πραγματικότητα ενός σύγχρονου αθλητικού φαινομένου

Εφημερίς Εστία
«Λούκα Ντόνσιτς. Το παιδί θαύμα…και η κατάρα του μεγαλείου» του Tim Macmahon, από τις «Αθενς Bookstore publications». Μετάφραση: Νίκος Παπαδογιάννης

19η Μαΐου: Οι 353.000 νεκροί μας διψούν για δικαίωση – Γιατί η Άγκυρα φοβάται ακόμα τον καθρέφτη της Ιστορίας

Εφημερίς Εστία
Από την Τραπεζούντα στη «Γαλάζια Πατρίδα» και τη συνέχεια της τουρκικής ατιμωρησίας – Γράφει η Πόπη Παπαγεωργίου

Drang nach Οsten: Η γερμανοκρατία στην οθωμανοκρατία

Εφημερίς Εστία
Του Ομότ. Καθηγητή Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Κωνσταντίνου Εμμ. Φωτιάδη

Η Θεσσαλονίκη βροντοφώναξε για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου – Ανυποχώρητος αγώνας για τη διεθνή αναγνώριση

Εφημερίς Εστία
Σάββας Καλεντερίδης: Στόχος μας ο ηγέτης της Τουρκίας να καταθέσει στεφάνι και να γονατίσει στο κοινό μνημείο Γενοκτονίας Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων