Κι ἄς ἦταν νά σπάσω χίλια ρόδια!

«Πέστε μου, εἶναι ἡ τρελή ροδιά …πού μάχεται τή συννεφιά τοῦ κόσμου.

Πού ξεφωνίζει τήν καινούρια ἐλπίδα πού ἀνατέλλει.

Πού σπάει μέ φῶς καταμεσῆς τοῦ κόσμου τίς κακοκαιρίες τοῦ δαίμονα.

Πέστε μου, αὐτή πού ἀνοίγει τά φτερά στό στῆθος τῶν πραγμάτων.

Στό στῆθος τῶν βαθιῶν ὀνείρων μας, εἶναι ἡ τρελή ροδιά;»

Ὕμνησε τήν ροδιά ὁ ποιητής τῆς νιότης μας, ὁ μέγας Ὀδυσσέας Ἐλύτης.

Σέ κάθε κῆπο μας (εἴχαμε πάντα κῆπο στά σπίτια πού μέναμε) ὑπῆρχε μιά ροδιά! Δέν ξέρω πῶς τά κατάφερνε ὁ πατέρας μας, ἀλλά καί στό σπίτι ὅπου γεννήθηκα (σέ μιά συνοικία, δίπλα στό σπίτι τῆς ἀξέχαστης καλῆς φίλης Σάσας Μανέτα) ἀλλά καί ὅταν μετακομίσαμε στό δικό μας σπίτι, πλάι στό σχολεῖο τῆς μάνας μας, ὑπῆρχε ροδιά. Καί κάθε Πρωτοχρονιά, ἕνα ἀπό τά πέντε παιδιά «ἔσπαζε τό ρόδι», μετά τό «ποδαρικό»… Ἡ ἐγγονή μας σήμερα μπορεῖ νά μήν χαίρεται ἰδιαίτερα, πού ντύνεται μέ τά καλά της καί βγαίνει στήν πόρτα μεσάνυχτα. Ὅμως, τά τελευταῖα χρόνια «κάνει ποδαρικό» ἐκείνη στό σπίτι. «Ὅσο πιό ἁγνός εἶναι ἐκεῖνος πού μπαίνει πρῶτος τό νέο ἔτος, τόσο καλύτερα» ἔλεγε ἡ γιαγιά μας. Ἄχνιζε τό χοιρινό μέ τό σέλινο τό βράδυ τῆς Παραμονῆς, περιμέναμε τό κρατικό ραδιόφωνο νά ἀρχίσει νά μετρᾶ ἀντίστροφα, κατέβαζε ὁ μπαμπᾶς τόν «γενικό» καί ἐρχόταν ὁ Νέος Χρόνος ἐν μέσῳ ἀσπασμῶν καί εὐχῶν ἐκ βαθέων. Ἦταν ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού ἔβλεπα τούς γονεῖς μου νά φιλιοῦνται!

Κι ὕστερα, ἐρχόταν ἡ ὥρα γιά τό ρόδι. Ἀργότερα, καθώς ὁ μεγάλος ἀδελφός ταξίδευε, ἡ ἀδελφή καί ὁ μεσαῖος βρίσκονταν ἤδη –ἀπό μικρός στά βάσανα ὁ Ἀριστοτέλης, δίπλα σέ μιά σκληρή θεία– στήν Ἀγγλία «γιά νά σπουδάσει καλύτερα», ὁ «κλῆρος» γιά τό ρόδι ἔπεφτε μία σέ ἐμένα καί μία στόν μικρότερο. Μέχρι, ὅμως, νά μεγαλώσει γιά τά καλά ὁ μικρός, τό ρόδι τό ἔσπαζε ἡ ἀφεντιά μου. Καί εἶχα ἀρχίσει νά τό βαριέμαι, καθώς αἰσθανόμουν «πολύ μεγάλος» γιά κάτι τέτοιο.

Ἔπαιρνα, ὅμως, τό ρόδι, κατέβαινα στήν εἴσοδο, ντυμένος «μέ τά καλά μου», ἔβγαινα ἔξω καί χτυποῦσα τό κουδούνι! «Ποιός εἶναι;» ἔλεγε, τάχατες ξαφνιασμένη ἡ μάνα μου. «Ἐγώ, τό νέον ἔτος!» ἀπαντοῦσα, αἰσθανόμενος σχεδόν βλάκας γιά τίς «σαχλαμάρες» πού ξεστόμιζα «ὁλόκληρος ἄντρας»… Πατοῦσε τό κουμπί ἡ μάνα μας (ἕνα κουμπί πού μόλις τό πατοῦσες ἔκανε τόσο θόρυβο, πού τρόμαζαν οἱ γάτες τίς γειτονιᾶς), ἄνοιγε ἡ πόρτα, ἔδινα μία μέ μανία ἐγώ στό ρόδι καί λέρωνα ὅλο τό πλατύσκαλο! «Καί τοῦ χρόνου νά ’μαστε καλά!» ἀναφωνοῦσε ἡ μάνα μας κι ἐγώ αἰσθανόμουν εὐτυχής πού εἶχα ξεμπερδέψει μέ ἐκείνη τήν «σάχλα»…

Καί τώρα; Τώρα ἀπολαμβάνω τήν ἐγγονή μας νά κάνει «ποδαρικό», καί καθώς τήν κοιτάζω σκέφτομαι πόσο θά ἤθελα νά μποροῦσα νά ξανακάνω ἐγώ, νά ἔχω τήν μάνα καί τόν πατέρα μου, νά εἴμαστε ὅλα τά παιδιά μαζί, ἡ Μπουμποῦ, ὁ Γιῶργος, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλάτων κι ἐγώ, καί ἄς ἦταν νά σπάσω χίλια ρόδια!

Καλή Χρονιά, συνέλληνες!

Απόψεις

«50 χρόνια – Ρεπορτάζ στην Ιστορία»: Μια δημοσιογραφική ματιά στη διαδρομή της Μεταπολίτευσης

Εφημερίς Εστία
Πενήντα χρόνια γεγονότων, πολιτικών ανατροπών, προσδοκιών και διαψεύσεων συνθέτουν το ιστορικό υπόβαθρο του νέου βιβλίου του Θοδωρή Καλούδη «50 χρόνια – Ρεπορτάζ στην Ιστορία», που παρουσιάστηκε στην ΕΣΗΕΑ. Μέσα από τη ματιά ενός δημοσιογράφου που έζησε από κοντά τη μεταπολιτευτική πορεία της χώρας το βιβλίο επιχειρεί να αποτυπώσει τη διαδρομή της Ελλάδας από το 1974 έως σήμερα.

Διασπάθιση 2,68 δισ. εὐρώ ἐρευνᾶ ἡ Εὐρωπαία Εἰσαγγελεύς στήν Ἑλλάδα

Εφημερίς Εστία
«Ἀσημένιο μετάλλιο» μετά τήν Ἰταλία σέ ἐκτιμωμένη ζημία ἀπό ἀπάτες – Στήν πεντάδα τῶν χωρῶν πού ἀπασχόλησαν μέ ἐνεργούς ὑποθέσεις τίς δικαστικές Ἀρχές τῆς ΕΕ – Κατασχέσεις ὕψους 77,5 ἑκατ. εὐρώ ἀπό τήν Κοβέσι

Κόμμα τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ ἡ ΝΔ;

Μανώλης Κοττάκης
Στίς οὐρές οἱ νεόπτωχοι – Τούς μοιράζουν κουπόνια γιά νά ἀγοράζουν εἰσαγόμενα προϊόντα ἀντί ἑλληνικά

Πολιτική ἀντιπαράθεσις γιά τόν ξυλοδαρμό στελέχους εἰσπρακτικῆς ἑταιρείας

Εφημερίς Εστία
Τά πυρά τοῦ κυβερνητικοῦ ἐκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη ἐδέχθη ὁ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ μετά τήν ἀνάρτηση τοῦ Παύλου Πολάκη γιά τόν ξυλοδαρμό τοῦ CEO τῆς CEPAL, ἑταιρείας διαχειρίσεως «κόκκινων» δανείων.

Ὁ «Κίμων», τά «Ψαρά» καί ἡ Κύπρος…

Δημήτρης Καπράνος
Ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ νά ἀπορήσουμε μέ τήν στάση ὁρισμένων οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νά μεμφθοῦν τήν Κυβέρνηση γιά τήν ἀπόφασή της νά ἀποστείλει στήν Κύπρο τίς φρεγάτες «Κίμων» καί «Ψαρά» καθώς καί τά πολεμικά μας ἀεροσκάφη.