Ἡ μπάντα τῆς Μόσχας καί ὁ Ντέμης

Εἴμαστε, ὅμως, λαός γιά νά τόν πιεῖς στό ποτήρι. Ἔπαιξαν οἱ Ρῶσσοι –γιά νά ἱκανοποιήσουν καί νά τιμήσουν τόν πρωθυπουργό τῆς Ἑλλάδος– μία ἑλληνική μελωδία καί «βούιξαν» τά «σόσιαλ μήντια» ἀπό ἀνακρίβειες καί κακίες.

Τί συνέβη, λοιπόν, στήν Μόσχα; Πᾶμε ἀπό τήν ἀρχή. Ἀπό τά (ὀλίγα) καλά τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος ἦταν ἡ καλλιέργεια τῆς μουσικῆς παιδείας καί ἡ μελέτη τῆς λογοτεχνίας. Δέν γνωρίζω κατά πόσον ἡ δυτική «εὐημερία» ἔχει ἀρχίσει νά (δια)φθείρει τήν ρώσσικη κουλτούρα. Μπορῶ, ὅμως, νά σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι μέχρι πρίν λίγα χρόνια (ἔχω νά πάω στήν Ρωσσία ἀπό τό 2008) δέν εἶχαν ἀλλάξει πολλά πράγματα (ἐπί τά χείρω φυσικά) στούς συγκεκριμένους τομεῖς. Ἐπί κομμουνισμοῦ, οἱ Ρῶσσοι «εἰσέπρατταν» τήν ἑλληνική μουσική μόνο μέσω τῶν τραγουδιῶν καί τῶν ἔργων τοῦ Μίκη Θεοδωράκη (βραβεῖο Λένιν), ὁ ὁποῖος μονοπωλοῦσε τήν ἑλληνική μουσική στό ἀνατολικό μπλόκ.

Εἶχα βρεθεῖ στήν Μόσχα καί εἶχα ἀπολαύσει συμφωνίες τοῦ Μίκη σέ ὑπέροχες αἴθουσες ἀπό ὑπέροχες ὀρχῆστρες, καθώς καί τραγούδια του ἀπό καταπληκτικές φωνές καί σέ ἐξαιρετικές ἐνορχηστρώσεις. Ὅταν ξαναβρέθηκα στήν Μόσχα καί τήν Ἁγία Πετρούπολη, ἔπειτα ἀπό τήν μεγάλη ἀλλαγή, διεπίστωσα ὅτι ἕνας ἄλλος Ἕλληνας εἶχε σχεδόν ὑποσκελίσει σέ δημοτικότητα ὄχι μόνο τόν Μίκη ἀλλά καί ἄλλους, μεγάλους, ἀστέρες τῆς σύγχρονης μουσικῆς. Ἦταν ὁ ἀείμνηστος Ντέμης Ροῦσσος! «Τί νά σοῦ πῶ; Αἰσθάνομαι ξένος στόν τόπο μου. Πηγαίνω στήν Ρωσσία καί γεμίζω στάδια, μέ ὑποδέχονται σάν Θεό στά ἀεροδρόμια καί φεύγω ἀπό τήν Ἑλλάδα καί στό ἀεροδρόμιο δέν μοῦ μιλάει κανείς!» μοῦ ἔλεγε ὁ φίλος Ντέμης, στήν βεράντα τοῦ ὑπέροχου σπιτιοῦ του στό Πανόραμα τῆς Βούλας. Φίλος πού ζεῖ στήν Μόσχα ἀλλά γεννήθηκε καί μεγάλωσε στό Περιστέρι, μοῦ ἐξήγησε τήν ἀγάπη τῶν Ρώσσων γιά τόν Ντέμη.

«Εἶναι μελωδικός καί ἔχει μοντέρνο ἦχο. Ταιριάζει στήν ψυχοσύνθεση καί τήν κουλτούρα τῶν Ρώσσων, πού δέν εἶναι πολύ “τῆς βαβούρας” καί ἀγαποῦν τήν μελωδία. Ἀκόμη, ἔχει ἑλληνικά στοιχεῖα στήν μουσική του, τά ὁποῖα ἀγαπᾶ ὁ ρωσσικός λαός».

Ὅταν, λοιπόν, ἔπεσε τό σκληρό καθεστώς καί ὁ Μίκης ἔπαψε νά ἔχει τήν ἀποκλειστικότητα, οἱ στρατιωτικές μπάντες τῆς Ρωσσίας (περίφημες καί ἄρτιες ὅπως καί οἱ χορωδίες τοῦ Στρατοῦ) ἀναζήτησαν καί κάτι ἄλλο ἑλληνικό, πλήν τοῦ «Ζορμπᾶ». Καί βρῆκαν πρόσφορο ἔδαφος στά τραγούδια τοῦ Ντέμη! Τό κομμάτι «From Souvenirs to Souvenirs», τό ὁποῖο φυσικά δέν εἶναι «τῆς Μαρινέλλας», εἶναι σύνθεση τοῦ Ἕλληνα συνθέτη Στέλιου (Λάκη) Βλαβιανοῦ, τοῦ ἀνθρώπου πού συνεργάσθηκε μέ τόν Ντέμη ἀπό τά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’60 μέχρι καί τό τέλος τῆς (σύντομης) ζωῆς τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ καλλιτέχνη. Οἱ δύο τους γνωρίστηκαν ὅταν ὁ Λάκης ἦταν μέλος τῶν «Juniors» καί ὁ Ντέμης τῶν «Idols», στήν Ἀθήνα τοῦ ’60.

Δέν ἔπαιξε, λοιπόν, «Μαρινέλλα» ἡ μπάντα στήν Μόσχα. Ἔπαιξε Βλαβιανό καί Ροῦσσο, τῶν ἐκπροσώπων μιᾶς Ἑλλάδας τήν ὁποία τίμησαν σέ ὅλο τόν κόσμο καί συνεχίζουν νά τιμοῦν, καθώς ἡ θεία φωνή τοῦ Ντέμη ἀκούγεται καί θά ἀκούγεται παντοῦ, ὅσο θά ὑπάρχει μουσική.

Απόψεις

Ἡ ἐνάλια πολιτιστική κληρονομιά εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τοῦ θαλάσσιου χώρου

Εφημερίς Εστία
Τό νέο σχέδιο νόμου τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ μέ ἀντικείμενο, μεταξύ ἄλλων , τήν «Ἵδρυση Φορέα Διαχείρισης Ἐπισκέψιμων Χώρων Ἐνάλιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς» ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μιά σημαντική θεσμική πρωτοβουλία.

«Κόβει» τήν Ντόρα ἀπό τά ψηφοδέλτια

Εφημερίς Εστία
Τήν Αμφιθυμία του γιά τόν χρόνο διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἀπεκάλυψε, μιλῶντας χθές στήν Κοινοβουλευτική Ὁμάδα, ὁ Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος μπέρδεψε τούς βουλευτές.

Τό «μάνατζμεντ» τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Μανώλης Κοττάκης
Ακουγα χθές τό πρωί τόν φίλο Δημήτρη Μαῦρο τῆς MRB νά μιλᾶ στήν ἐξαιρετική ραδιοφωνική ἐκπομπή τῶν ἀγαπημένων συναδέλφων Σωτήρη Ξενάκη καί Βασίλη Σκουρῆ καί νά ἀναλύει τά εὑρήματα ἔρευνάς του γιά τήν σχέση τῶν Ἑλλήνων μέ τήν θρησκεία.

Δένδιας: «Γιά τίς Ἔνοπλες Δυνάμεις, ἡ Κύπρος κεῖται πλησίον»

Εφημερίς Εστία
Πενῆντα δύο ἔτη συμπληρώνονται ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο.

Ὁ προφήτης Γιάννης Τσαρούχης

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ ἀφεντιά μου, εἶχα ἀφήσει καί ἕνα ἀρκετά καλοθρεμμένο μούσι, μέ τόν πατέρα μου νά λέει συνεχῶς ὅτι ἀσχολοῦμαι μέ «τρίχες» καί, κάποια μεσημέρια, ἀνεβαίναμε στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἀποφασισμένοι νά ἐνταχθοῦμε στήν «ἰντελιγκένσια», ἀφοῦ θεωρούσαμε ἑαυτούς λογίους καί καλλιτέχνες.