Γιά ὅλα ὑπάρχει μία πρώτη φορά

Νά, πού ἦλθε ἡ πρώτη φορά νά κάνω μαγνητική τομογραφία. «Ἐγώ σ’ αὐτό τόν σωλῆνα δέν μπαίνω» εἶπα κατηγορηματικά, παρά τό ὅτι ἡ μέση μου μέ τυραννοῦσε κανά-δυό βδομάδες. Κι ἔτσι, βάλθηκαν ὅλοι νά μοῦ βροῦν «ἀνοιχτό» τομογράφο. Τόν βρήκαμε στήν Λεωφόρο Κηφισιᾶς στήν «Euromedica».

Στίς 7.30 τό πρωί, χθές, ἤμουν στό Αἰγάλεω, προκειμένου καλή μου φίλη, πού ἐργάζεται στήν ἐν λόγῳ ἐπιχείρηση, νά μέ συνοδεύσει. «Νά πάω μέ τόν ἠλεκτρικό ἀπό τόν Πειραιᾶ;» τήν ρώτησα γιά νά μήν τήν βάλω σέ κόπο. «Ὄχι, ἀνεβαίνω πού ἀνεβαίνω στό Χαλάνδρι, θά σέ πάω ἐγώ στά κορίτσια!».

Ἀπό τό Αἰγάλεω μέχρι τήν Κηφισιά κάναμε μία ὥρα γεμάτη! Ἡ Γιῶτα, πού ἀνεβαίνει κάθε μέρα αὐτό τόν μικρό μαραθώνιο, μέ πέρασε ἀπό κάτι ροῦγες καί καντούνια, βγήκαμε Γαλατσίου, εἴδαμε τά ἔργα τοῦ μετρό, θυμήθηκα πού πήγαινα ἐξοχή στό Γαλάτσι καί ἔβλεπα νά βόσκουν τά πρόβατα (καί σήμερα βόσκουν, ἀλλά μέσα σέ αὐτοκίνητα), καί κάποια στιγμή φθάσαμε! Περιβάλλον ἐξαιρετικό, πεντακάθαρο, σχεδόν ἀποστειρωμένο (τό «σχεδόν», ἐπειδή ἀνοίγει καί ἡ πόρτα), πέντε-ἕξι κυρίες γύρω μου, λές καί ἤμουν μελλοθάνατος καί ἔπρεπε νά περάσω καλά πρίν ἀπό τήν γκιλοτίνα!

«Μήν ἔχετε ἄγχος» μοῦ λέει ἡ φίλη τῆς φίλης μου, πού δέν ξέρει ἄν θά προλάβει νά πάρει σύνταξη μ’ αὐτά πού γίνονται κάθε μέρα στό συνταξιοδοτικό, τήν κολακεύω λέγοντας «μά, παίρνετε σύνταξη στά σαράντα;», καταλαβαίνω ὅτι κάπου «μέ δουλεύουν», πού ζήτησα «ἀνοιχτό» μηχάνημα, ἀλλά κατέβηκα στό «μεῖον ἕνα» μέ τήν Γιῶτα συνοδό.

Μιά εὐγενέστατη νέα γυναῖκα μέ ρώτησε «ἄν ἔχω στό σῶμα μου κάτι μεταλλικό.» Ἀπάντησα ὅτι ἔχω μόνο σκληρή καρδιά καί σιδερένια θέληση κι ἔτσι μπῆκα στήν αἴθουσα τοῦ μηχανήματος.

Φόρεσα καί κάτι ἀκουστικά. Στήν οὐσία θεόκλειστο, ἀλλά ἄν ἔρριχνες βλέμμα δεξιά-ἀριστερά, ἔβλεπες ὀλίγον ἀπό τοῖχο! «Τί μουσική νά βάλουμε;» μέ ρωτᾶ. Ἀπαντῶ «κλασσική», καί τό ταξίδι ἀρχίζει μέ «Σονάτα ὑπό τό σεληνόφως», ἀλλά καί κάτι «ντάπα-ντούπα» σάν ἐκεῖνες τίς τρόμπες τοῦ Κωνσταντάρα-Τεπενδρῆ! Ἀκολουθεῖ Βιβάλντι, Ἄνοιξη, κι ὕστερα ἡ «Μικρή νυχτερινή μουσική» τοῦ Μότσαρτ. Ἔχω τά χέρια σχεδόν δεμένα, ἀλλά ἡ μουσική ἐπιτάσσει «μέτρημα». Πότε τέσσερα ὄγδοα, πότε διαφορετικά. Εὐτυχῶς, μπορῶ καί κινῶ τά δάχτυλα.

Ἄλλος, ὅμως, ὁ χρόμος τοῦ Βιβάλντι, τοῦ Μότσαρτ καί τοῦ «Für Elise» πού ἀκολουθεῖ κι ἄλλο τό ρυθμικό, ὑπόκωφο καί ὀλίγον ἐκκωφαντικό «ντάπα-ντούπα» τοῦ διαβολομηχανήματος. Κοιτάζω δεξιά-ἀριστερά, ὀλίγον τοῖχος, ἀλλά ἀπό πάνω μου μιά λευκή πλαστική ἐπιφάνεια. Κλείνω τά μάτια καί φαντάζομαι ὅτι εἶμαι στό κονσερβατουάρ τῆς Λιέγης καί ἀκούω ὀρχήστρα καί χορωδία στό «Ἄξιον Ἐστί» τοῦ Μίκη.

Ἀλλά πῶς νά ταιριάξεις τόν Μίκη μέ τόν Βιβάλντι; Ἔτσι, ἀφήνομαι στήν περίεργη μίξη τῶν προκλασσικῶν ἤχων καί τοῦ ἀπαυγάσματος τῆς θορυβώδους τεχνολογίας, ἡ ὁποία βρυχᾶται προκειμένου νά ἀπεικονίσει τά πάθη τῆς μέσης μου. Περιέργως, ἀπό τήν ἡμέρα πού ὁ γιατρός μοῦ ἔδωσε τό «παραπεμπτικό», ἔχει σταματήσει ὁ πόνος! Ἡ μουσική σταματᾶ. «Τελειώσαμε», μοῦ λέει ἡ εὐγενής νέα γυναῖκα. «Αὐτό ἦταν;» λέω χαμογελῶντας. «Τί περιμένατε;» μέ ρωτᾶ. «Μπάχ! Ταιριάζει καλύτερα μέ τό ὅλον σύστημα» τῆς ἀπαντῶ καί χαμογελᾶ…

Απόψεις

Ἡ ἐνάλια πολιτιστική κληρονομιά εἶναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τοῦ θαλάσσιου χώρου

Εφημερίς Εστία
Τό νέο σχέδιο νόμου τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ μέ ἀντικείμενο, μεταξύ ἄλλων , τήν «Ἵδρυση Φορέα Διαχείρισης Ἐπισκέψιμων Χώρων Ἐνάλιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς» ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα μιά σημαντική θεσμική πρωτοβουλία.

«Κόβει» τήν Ντόρα ἀπό τά ψηφοδέλτια

Εφημερίς Εστία
Τήν Αμφιθυμία του γιά τόν χρόνο διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἀπεκάλυψε, μιλῶντας χθές στήν Κοινοβουλευτική Ὁμάδα, ὁ Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος μπέρδεψε τούς βουλευτές.

Τό «μάνατζμεντ» τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Μανώλης Κοττάκης
Ακουγα χθές τό πρωί τόν φίλο Δημήτρη Μαῦρο τῆς MRB νά μιλᾶ στήν ἐξαιρετική ραδιοφωνική ἐκπομπή τῶν ἀγαπημένων συναδέλφων Σωτήρη Ξενάκη καί Βασίλη Σκουρῆ καί νά ἀναλύει τά εὑρήματα ἔρευνάς του γιά τήν σχέση τῶν Ἑλλήνων μέ τήν θρησκεία.

Δένδιας: «Γιά τίς Ἔνοπλες Δυνάμεις, ἡ Κύπρος κεῖται πλησίον»

Εφημερίς Εστία
Πενῆντα δύο ἔτη συμπληρώνονται ἀπό τήν τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο.

Ὁ προφήτης Γιάννης Τσαρούχης

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ ἀφεντιά μου, εἶχα ἀφήσει καί ἕνα ἀρκετά καλοθρεμμένο μούσι, μέ τόν πατέρα μου νά λέει συνεχῶς ὅτι ἀσχολοῦμαι μέ «τρίχες» καί, κάποια μεσημέρια, ἀνεβαίναμε στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἀποφασισμένοι νά ἐνταχθοῦμε στήν «ἰντελιγκένσια», ἀφοῦ θεωρούσαμε ἑαυτούς λογίους καί καλλιτέχνες.