Γιά ἕνα πουκάμισο μέ μονόγραμμα…

Καθώς ἄνοιξε τά μάτια του, ἄκουσε καθαρά τόν ἦχο τοῦ κουδουνιοῦ. «Βρέ παιδί μου, ὅταν ἔχεις ξενυχτήσει, τό κουδούνι μοιάζει μέ παγωμένο νερό στήν πλάτη σου Δεκέμβριο μῆνα!» σκέφτηκε καί γύρισε πλευρό…

Πῆρε μία βαθειά εἰσπνοή, γιά νά γεμίσει τά πνευμόνια του μέ τό μεθυστικό ἄρωμα τοῦ καινούριου ἀπορρυπαντικοῦ πού χρησιμοποιεῖ ἡ Σβετλάνα, ἡ κοπέλα ἀπό τήν Σιβηρία πού καθαρίζει τό σπίτι καί κάνει τήν μπουγάδα, τό σιδέρωμα καί τά λοιπά… Τά κλινοσκεπάσματα καί τά πουκάμισα πρέπει νά εἶναι φρέσκα καί καθαρά. Καί στό σιδέρωμα, νά προσέχει ἡ σιδερώστρα τό μονόγραμμα πού εἶναι κεντημένο στό μέρος τῆς καρδιᾶς! Τό εἶχε δεῖ στό πουκάμισο ἑνός πασόκου ὑπουργοῦ, ἀλλά στοίχιζε, βρέ παιδί μου, ἀκριβά παραγγελία πουκάμισο στοῦ Λέντζου μέ τό μονόγραμμα! Τώρα, ὅμως, ποιός ὑπολογίζει τά λεφτά… Βούτηξε στά βαθειά πουπουλένια μαξιλάρια (τοῦ τά χάρισε ἡ καλή του, δέν ἔμενε μαζί της, ἀπέφευγε τίς δεσμεύσεις) καί ἔδωσε ἐντολή στόν ἐγκέφαλό του. «Ξανακοιμήσου!»…

Εἶχε ξενυχτήσει μέ καλό κρασί, καλή παρέα καί λίγη πόκα γιά ἐπιδόρπιο. Παίζανε ἀπό παλιά πόκα, μέ τίς λοιπές «δημοκρατικές δυνάμεις». Τότε πού ἦταν «ἕνα» μέ τούς πασόκους, ἐσωτερικάκηδες, ρηγᾶδες, ἐκκετζῆδες, καί «τά βρίσκανε» μπροστά στήν πράσινη τσόχα. Ὄχι ὅτι ἔπαιζαν τίποτε μεγάλα ποσά, ἀλλά ἦταν εὐκαιρία γιά ζύμωση καί πειράγματα… «Πήγαινε καί κάνα πάσο» ἦταν ἡ συνήθης παρότρυνση. «Πάσο δέν πάει ποτέ ὁ σοσιαλισμός!» ἦταν ἡ ἀπάντηση γιά νά πέσει τό ἀπαραίτητο γέλιο…

Προσπαθοῦσε νά κοιμηθεῖ καί σκεφτόταν ὅτι χθές ἔπαιζε πόκα μέ ἐφοπλιστές, μέ ἐπιχειρηματίες, μέ «δεξιούς» καί ἄλλους. Ἀλλά καλά ἦταν, δέν ἦταν ἄσχημα. Ὅμως, τό κουδούνι ἐπέμενε. Καί χτυποῦσε! Θυμήθηκε κάποιες φορές πού τό κουδούνι χτυποῦσε νύχτα καί ἦταν κάποιος ἀπό τή συντροφιά, πού κρατοῦσε τόν κουβᾶ μέ τήν κόλα καί τίς ἀφίσες στή μασχάλη. «Καλά, γιατί δέν μοῦ τό εἴπατε; Εἶχα κοιμηθεῖ!» διαμαρτυρόταν. «Εἴχαμε ἄλλον στή θέση σου, ἀλλά μᾶς τήν ἔκανε γιατί φοβᾶται τό ξύλο» τοῦ ἔλεγαν καί τόν ἔπαιρναν νά βοηθήσει στήν νυχτερινή ἀφισοκόλληση.

«Γιά σκέψου! Ἀπό τήν ἀφισοκόλληση στίς λιμουζίνες καί στά κόλπα! Βρέ, πῶς τά φέρνει ἡ ζωή! Ἀλλά καλά εἶναι, δέν εἶναι καί τόσο ἄσχημα» σκεφτόταν, μέ ἐνοχές στήν ἀρχή ἀλλά μέ μιά βαθειά ἀνάσα ἱκανοποιήσεως στό φινάλε…

Ἀποφάσισε νά ἀνοίξει. Κατέβηκε τήν ἐσωτερική σκάλα, φόρεσε τήν βαρειά βυσσινί ρόμπα (τοῦ εἶχαν πεῖ ὅτι παρόμοια φοροῦσε ὁ Λένιν) καί ἄνοιξε ἀργά-ἀργά τήν πόρτα, σκεπτόμενος ὅτι θά ἦταν κάποια παιδάκια γιά τά κάλαντα. Μακάρι νά ἦταν προσφυγόπουλα, πού ἔχουν μάθει ἑλληνικά. Δέν θά ἔλεγε ὄχι καί σέ μία κομπανία Βαλκανίων μεταναστῶν, ἀπό τίς χῶρες τοῦ ἀποθανόντος σοσιαλισμοῦ, μέ τίποτε χάλκινα πνευστά ἀ-λά Μπρέγκοβιτς. Ἦταν, ὅμως, ἕνας κύριος μέ μία τεράστια καλαθούνα γεμάτη ποτά.

– Ἀπό τόν ἐφοπλιστή κύριο Καραβοκύρη γιά ἐσᾶς! Ὑπογράψτε, παρακαλῶ! τοῦ εἶπε. Ὑπέγραψε, ἔδωσε κι ἕνα πενηντάρι «πουρμπουάρ», μπῆκε μέσα καί κοιτάχτηκε στόν καθρέφτη. Στήν ἀρχή βλοσυρός, ἀλλά ἀμέσως χαμογέλασε «Δέν εἶναι κι ἄσχημα, ἔ;» σκέφτηκε καί ἔτρεξε στόν καφέ, πού χυνόταν ἀπό τό μπρίκι.

Απόψεις

Πραξικόπημα στήν Δικαιοσύνη Ὁ κ. Φλωρίδης ἀναστέλλει τό αὐτοδιοίκητο

Εφημερίς Εστία
Πολλά ἐρωτήματα, ἀλλά καί ἀναστάτωση στόν δικαστικό κόσμο ἔχει προκαλέσει τροπολογία τήν ὁποία κατέθεσε ὁ ὑπουργός Δικαιοσύνης κ. Γιῶργος Φλωρίδης, διά τῆς ὁποίας ἐμμέσως καταργεῖ τό αὐτοδιοίκητο τῶν δικαστηρίων καί τῶν εἰσαγγελιῶν.

Οἱ σκιώδεις ὑπουργοί Ἐξωτερικῶν καί ὁ γεωπολιτικός λαϊκισμός

Μανώλης Κοττάκης
Ἔπρεπε νά βομβαρδιστεῖ τό τάνκερ τοῦ κυρίου Ἀλαφούζου γιά νά δοῦμε γραμμένο καί ἀναμεταδιδόμενο ἀπό τούς διαύλους του ἕνα ἄρθρο πού λέει (καθυστερημένα, ἀλλά σωστά) ὅτι ἐνῷ ἐμεῖς στηρίξαμε τήν Οὐκρανία λόγῳ τῆς τουρκικῆς εἰσβολῆς στήν Κύπρο, ἐκείνη ἔχει δώσει ρεσιτάλ φιλοτουρκισμοῦ στό παρασκήνιο καί ἔφθασε στό σημεῖο νά ἀπαιτεῖ τά drones πού θά συμπαράγουμε νά μήν ἔχουν ποτέ στόχο τήν φίλη της τήν Τουρκία.

Ἐρώτησις Γ. Βλάχου στόν Πρωθυπουργό γιά τά «σπιτάκια ἀνακύκλωσης»

Εφημερίς Εστία
Εἶναι ἀπό τίς ἐλάχιστες φορές πού βουλευτής τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀπευθύνει ἐρώτηση ἀπ’ εὐθείας πρός τόν Πρωθυπουργό γιά ζήτημα πού ἀφορᾶ στήν διαχείριση δημοσίων πόρων.

Μαίρη Λίντα. Ἡ πρώτη τῶν πρώτων

Δημήτρης Καπράνος
Μπορεῖ ὁ μέγας Μανώλης Χιώτης νά ἔγραφε ἐκεῖνα τά ἀπίθανα λαϊκά «μάμπο», «τσά-τσά», «ροῦμπες» καί «μερένχες», ἀλλά ἡ Λίντα ἦταν ἐκείνη πού ἔδωσε ζωή στό λαϊκό πάλκο, μέ τό μπρίο, τίς κινήσεις, τήν φωνή της καί ἐκεῖνο τό «φεγγαράτο», ὁλόλαμπρο πρόσωπο, πού ἀκτινοβολοῦσε καί σκόρπιζε κέφι καί ρυθμό…

Σάββατον, 23 Ἰουλίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ!