ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 12 Σεπτεμβρίου 1923

Ἀπό τάς φυλακάς Ναυπλίου εἶδα εἰς τάς ἐφημερίδας, ὅτι ἐδραπέτευσεν ἕνας κατάδικος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς τήν εἱρκτήν, διότι εἶχε λάβει τήν ἡρωικήν ἔμπνευσιν νά φονεύσῃ τόν πατέρα του.

Μολονότι δέν κατοικῶ εἰς τό Ναύπλιον, ὁμολογῶ, ὅτι ἐτρομοκρατήθην. Ἕνας ἄνθρωπος, ποῦ ἐφόνευσε τόν πατέρα του, δέν γνωρίζω ποῖον ἠμπορεῖ ν’ ἀφήσῃ ζωντανόν, ἐξερχόμενος ἀπό τήν φυλακήν του; Ὁ Γερώ-Λήρ, πεταμένος εἰς τούς δρόμους ἀπό τάς θυγατέρας του, εἰς τάς ὁποίας εἶχε χαρίσει ὅλα του τά ἀγαθά, εἶχεν ἀνοίξει τά στήθη του εἰς τήν μανίαν τοῦ ἀνέμου καί τόν ἐπροσκαλοῦσε –ποιός δέν ἐνθυμεῖται τό τραγικόν ἐκεῖνο παραλήρημα;– νά ξεσπάσῃ ἐπάνω του ὅλην τήν λύσσαν.

Φύσα ἄνεμε καί μάνιζε, σπάσε τά μάγουλά σου.

Ὁ ἄνεμος δέν ἦτο, ἐπί τέλους, παιδί του. Δέν τόν εἶχε γεννήσει, δέν τόν εἶχε ἀναθρέψει, δέν τόν εἶχεν ἀγαπήσει, δέν τόν εἶχε γεμίσει ἀπό ἀγαθά. Ποίαν ὑποχρέωσιν τοῦ εἶχεν ὁ ἄνεμος; Καί τόν ἐπροσκαλοῦσε νά τόν ξεσχίσῃ, νά τόν συντρίψῃ, νά τόν ἐξαφανίσῃ. Δέν θά εἶχε κανένα παράπονον ἐναντίον του.

Εἰς τήν ἰδίαν θέσιν, ποῦ εὑρέθη ὁ Γέρω-Λήρ ἀπέναντι τοῦ λυσσασμένου ἀνέμου, εὑρισκόμεθα ὅλοι μας ἀπέναντι τοῦ δραπετεύσαντος καταδίκου τοῦ Ναυπλίου. Καί, ἄν τόν συναντήσωμεν ποτέ εἰς τόν δρόμον μας, μέ τήν μάχαιραν ἤ τό περίστροφον εἰς τήν δεξιάν, μᾶς ἐπιβάλλεται νά τόν προσφωνήσωμεν μέ τά τραγικά λόγια τοῦ Σαιξπηρικοῦ ἥρωος:

-Βάρα, παιδί μου, βάρα! Οὔτε σέ ἐγεννήσαμεν ἐμεῖς, οὔτε σέ ἀναθρέψαμεν, οὔτε σέ ἀγαπήσαμιν, οὔτε σοῦ ἐχαρίσαμεν τά ἀγαθά μας, οὔτε, ὁπωσδήποτε, ἐλαχταρήσαμεν γιά σένα. Δέν μᾶς χρωστᾶς τίποτε ἀπολύτως. Μά ἀπολύτως τίποτε! Οὔτε μᾶς εἶδες ποτέ, οὔτε μᾶς ξέρεις. Τί συλλογίζεσαι, λοιπόν; Ἐσύ σκότωσες τόν πατέρα σου, ποῦ σέ γέννησε. Ἐμᾶς θά συλλογισθῇς τώρα; Βάρα, λοιπόν, παιδί μου, βάρα!

Βεβαίως κανείς μας, ὑποθέτω, δέν θά κάμῃ τήν ὡραίαν αὐτήν προσφώνησιν πρός τόν δραπέτην τοῦ Ναυπλίου. Ἀλλά τί σημαίνει; Θά εἶνε ὡς νά τήν ἐκάμαμεν. Αὐτός, ὡς ἔξυπνος ἄνθρωπος, θά μᾶς καταλάβῃ, πρίν ἀνοίξωμεν τό στόμα μας. Καί οὐαί εἰς τόν καλλίτερον ἐξ ἡμῶν, ὅπως θά ἔλεγε καί ὁ Μαῦρος τῆς Ἐνετίας! Φαντάζεσθε λοιπόν τί μᾶς περιμένει! Ἐγώ τοὐλάχιστον τόσον ἔχω τρομοκρατηθῇ ἀπό τήν στιγμήν, ποῦ ἐδιάβασα τήν συνταρακτικήν εἴδησιν, ὥστε χθές εἶχα τήν δυστυχίαν νά συναντήσω τόν λαμπρόν αὐτόν νέον εἰς τό ὄνειρόν μου.

– Ἑτοιμάσου ν’ ἀποθάνῃς! μοῦ εἶπε, ἀνασύρων πελώριον, αἱμοσταγῆ λάζον ἀπό τό ζωνάρι του.

-Πάταξον μέν, ἄκουσον δέ!… τόν ἱκέτευσα, ἐνθυμηθείς, ἀπό Θεοῦ φώτησιν, τό σοφώτατον κόλπο τοῦ Θεμιστοκλέους ἀπέναντι τοῦ Εὐρυβιάδου.

-Αὐτά δέν τά καταλαβαίνω, κύριος! ἐφώναξε. Νά μᾶς τά κάνῃς λιανά.

-Θέλω νά σοῦ πῶ, παιδί μου, ὅτι ἔκανες λάθος. Δέν εἶμαι πατέρας σου ἐγώ. Κακῶς σ’ ἐπληροφόρησαν!

Μ’ ἐκύτταξε καλά μ’ ἕνα τρομερόν βλέμμα καί μοῦ ξαναεῖπε:

-Καί ποῦ τό ξέρω ἐγώ, πῶς δέν εἶσαι πατέρας μου;

-Διότι, ἁπλούστατα, παιδί μου, τόν πατέρα σου τόν ἐξέκαμες, κ’ ἐγώ εἶμαι ζωντανός ἀκόμη.

-Καί ποῦ τό ξέρω ἐγώ πώς αὐτός ἤτανε ὁ πατέρας μου; Αὐτό δέν τό ἤξερε οὔτε ὁ Τηλέμαχος, ποῦ εἶχε μητέρα τήν Πηνελόπην.

-Τί ἐννοεῖς, λοιπόν, νά γίνῃ, παιδί μου;

-Ἐννοῶ νά σφάξω ὅλους τούς Ἕλληνας, μεταξύ τῶν ὁποίων θά βρίσκεται ἀσφαλῶς ὁ πατέρας μου. Ἀκολουθῶ τήν μέθοδον τοῦ Ἡρώδου!

Καί, χωρίς νά προσθέσῃ λέξιν, ἐβύθισε τόν λάζον του εἰς τήν κοιλίαν μου καί μέ ἔκαμε νά ξυπνήσω μέ κωλικόπονον.

Ἐσχημάτισα λοιπόν τήν ἰδέαν, ὅτι ὁ καλός αὐτός νέος ἐπιμένει καί καλά νά σκοτώσῃ τόν πατέρα του, ἐπειδή δέν εἶνε ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι αὐτός, ποῦ ἐσκότωσεν, ἦτο πράγματι ὁ πατέρας του. Καί ἐννοεῖ νά μᾶς περάσῃ ὅλους ἐν στόματι μαχαίρας, ἕως ὅτου νά τόν εὕρῃ. Φόβος καί τρόμος, λοιπόν! Ἀλλά διατί καί καλά νά ἐπιμένῃ νά τόν σκοτώσῃ; Ἴσως ἐπειδή τόν ἔφερεν εἰς τόν ὡραῖον αὐτόν κόσμον, χωρίς νά τόν ἐρωτήσῃ. Καί, ἄν εἶνε ἔτσι, πρέπει νά ὁμολογήσωμεν ὅτι τό παιδί δέν ἔχει καί πολύ ἄδικον.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Πέμπτη, 11 Αὐγούστου 1966

Εφημερίς Εστία
Πρό 60 ετων

Πῶς οἱ baby boomers διεμόρφωσαν καί ἐπεβάρυναν τό μέλλον τῶν νέων

Εφημερίς Εστία
Οἱ νέοι Εὐρωπαῖοι ἀντιμετωπίζουν δυσκολώτερη πρόσβαση στήν κατοικία καί ὑψηλότερη φορολογική πίεση, καθώς ἡ γήρανσις τοῦ πληθυσμοῦ αὐξάνει τίς δαπάνες γιά συντάξεις καί κοινωνική πρόνοια

Κώστας Βαρώτσος: «Δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης και να μην κοιτάζεις την ιστορία και τον πολιτισμό»

Εφημερίς Εστία
Ο δημιουργός του «Δρομέα» ξεδιπλώνει μια πορεία που ξεκινά από την αμμουδιά της Κουρούτας και φτάνει σε εμβληματικά έργα σε όλο τον κόσμο, μιλώντας για την τέχνη που ανήκει στο πλατύ κοινό, για τις εποχές που αλλάζουν και για την ανάγκη να συνεχίζεις - ακόμα κι όταν όλα γύρω σου καταρρέουν

​ «Παραιτοῦνται» οἱ ἀνακριτές πού χειρίζονται τόν φάκελλο τοῦ παράνομου στοιχηματισμοῦ

Εφημερίς Εστία
«Μαύρη τρῦπα» τοὐλάχιστον 1,5 δισ. εὐρώ γιά τό Ἑλληνικό Δημόσιο

Οι «βολικοί» φιλόσοφοι και η φωτεινή εξαίρεσίς τους

Εφημερίς Εστία
Μόλις ὁ Στέλιος Ράμφος ἐξέφρασε τήν διαφωνία του γιά τόν γάμο τῶν ὁμοφύλων ζευγαριῶν τόν ἐξαφάνισαν ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως