ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

ΕΡΩΤΙΚΑΙ ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 21 Αὐγούστου 1918

Γνωστός κύριος ἦλθε νά μᾶς ἀναγγείλῃ ὑπερηφάνως, εἰς τό τραπεζάκι τοῦ ἐξοχικοῦ καφενείου, μίαν γενναίαν του πρᾶξιν. Πρό ὀλίγων στιγμῶν δηλαδή εἶχε σώσει ἀπό τήν καταδίωξιν ἑνός ἐρωτικοῦ ἀκολούθου ὡραίαν κυρίαν, ἄγνωστον εἰς αὐτόν. Ἡ κυρία ἐπροχωροῦσεν εἰς τόν ἐρημικόν δρόμον, ὁ ἐρωτικός ἀκόλουθος τήν ἠκολούθει κατά βῆμα ψιθυρίζων ἀκατάληπτα καί ἀσθματικά λόγια, ἡ ἀγωνία καί ὁ φόβος τῆς κυρίας εἶχαν φθάσει εἰς τό ὅριον τῆς ἀνθρωπίνης ἀντοχῆς, ὄτε, ὡς θεός ἀπό μηχανῆς, κατέφθασεν ὁ ἱπποτικός φίλος νά τήν σώσῃ ἀπό τήν ἀηδῆ καταδίωξιν καί νά τήν ὁδηγήσῃ μέχρις ἀσφαλοῦς σημείου τῆς ὁδοῦ.

– Ἀλλά τό περίεργον δέν εἶνε αὐτό, ἐπρόσθεσεν ὁ διηγούμενος. Τό περίεργον εἶνε, ὅτι ὁ ἄθλιος αὐτός, ὑποχωρῶν, διεμαρτύρετο ὅτι ἡ κυρία τόν ἐγλυκοκύτταζεν, ὅτι ἡ κυρία ἦτο πρό πολλοῦ ἐρωτευμένη μαζῆ του καί ὅτι εἶχε κάμει ἁπλῶς ὅλην αὐτήν τήν φασαρίαν διά νά μή ἐκτεθῇ εἰς τόν τρίτον. Ὅλα αὐτά, ἐννοεῖται, ἦσαν ἀστεῖα. Ἡ κυρία δέν εἶχε τήν παραμικράν ἰδέαν περί τοῦ ἔρωτός της πρός τό γελοῖον αὐτό θῦμα μιᾶς ἐρωτικῆς παραισθήσεως.

Καί ὁ γνωστός μας κύριος, ὁ ὁποῖος ἦτο καί δικαστικός τό ἐπάγγελμα, μᾶς διηγήθη μίαν ἀνάλογον ἱστορίαν, τήν ὁποίαν παρηκολούθησεν, ὡς δικαστῆς πλέον, πρό ὀλίγων ἐτῶν, εἰς τήν Σῦρον. Ὁ ἥρως εἰς τήν ἱστορίαν αὐτήν ἦτον ἕνας ἀνισόρροπος χωροφύλαξ, εἰς τόν ὁποῖον εἶχε καρφωθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι γνωστή καί ἐντιμοτάτη ἔγγαμος κυρία, ἀνήκουσα εἰς τήν καλλιτέραν τάξιν τῆς Σύρου, ἦτο τρελλά ἐρωτευμένη μαζῆ του.

Ὁ κατά φαντασίαν κατακτητής, καιροφυλακτήσας ἕνα βράδυ, κατά τό ὁποῖον ἀπουσίαζεν ὁ σύζυγος τῆς κυρίας, ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν τό καταχθόνιον σχέδιόν του. Ἐπήδησεν εἰς τήν αὐλήν τοῦ σπιτιοῦ, ἔσπασεν ἕνα παράθυρον, ἔκαμε τρομακτικήν φασαρίαν καί ἐξαναβγῆκε πάλιν εἰς τόν δρόμον, ὅπου ἤρχισε νά βηματίζῃ κατά μῆκος τοῦ πεζοδρομίου, ἀναμένων τό ἀποτέλεσμα.

Τά πράγματα ἐπηκολούθησαν ὅπως τά εἶχε φαντασθῇ. Ἡ κυρία, ἔντρομος ἀπό τά συμβάντα, ἐβγῆκεν εἰς τό παράθυρον διά νά καλέσῃ εἰς βοήθειαν. Καί ἤρχισε νά φωνάζῃ: «Χωροφύλακες! Βοήθεια! Λωποδύτες!…» Ὁ φρουρός τῆς τάξεως, χαμογελῶν κάτω ἀπό τό μουστάκι του, δέν ἄργησε νά παρουσιασθῇ καί νά προσφέρῃ τάς ὑπηρεσίας του. Εἰσῆλθεν εἰς τό σπίτι, περιβαλλόμενος, φυσικά, ἀπό τήν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τῆς κυρίας, καί ἔψαξε παντοῦ, ὁδηγούμενος ἀπό τήν ἰδίαν. Ὅπως ἦτο ἑπόμενον, πουθενά δέν εὑρέθη ὁ λωποδύτης.

– Ξέρετε, κυρία μου; ἐψιθύρισε τότε, μέ φωνήν ἀδικαιολογήτως κομμένην, ὁ τρομερός Δόν Ζουάν. Αὐτός ὁ παλῃάνθρωπος θά μᾶς ξέφυγε τήν ὥραν ποῦ ψάχναμε καί θά τρύπωσε στήν κρεββατοκάμαρή σας. Νά ἰδῆτε ποῦ θἄχῆ χωθῇ κάτω ἀπό κανένα κρεββάτι. Ἀλλά ποῦ θά μοῦ πάῃ; Θά τόν σουβλίσω σάν ὀρνίθι, τόν κανάγια!…

Καί, βρυχώμενος, ἔφερε τήν δεξιάν ἐπί τῆς λαβῆς τοῦ ξίφους. Ἡ κυρία, ὠχρά καί τρέμουσα ἀπό τήν συγκίνησιν, τόν ὡδήγησεν εἰς τό δωμάτιόν της. Ἡ μοιραία στιγμή εἶχε φθάσει πλέον διά τόν κατακτητήν. Ἐν ᾧ ὤ τό ἀνύποπτον πλάσμα ἐπροχωροῦσε, μέ τό καντηλέρι εἰς τό χέρι, διά νά φωτίσῃ τό πιθανόν κρησφύγετον τοῦ λωποδύτου, ἐκεῖνος ὥρμησεν, ἔσβυσε τό φῶς, τήν ἐνηγκαλίσθη ὡς μαινόμενος καί ἐπροσπάθησε νά τήν ἀνατρέψῃ ἐπί τῆς κλίνης.

– Μάτια μου! ἐρρόγχασε. Τελείωσαν πειά τά ψέμματα…

Τί ἐπηκολούθησεν εἶνε εὔκολον νά τό ἐννοήσῃ κανείς. Ἡ κυρία ἔβαλε τῇς φωνές. Κατά καλήν τήν τύχην, ἕνας ἐνωμοτάρχης ἐπερνοῦσεν ἀπό τόν δρόμον. Ἤκουσε τάς ἀπεγνωσμένας κραυγάς, ὥρμησεν εἰς τό σπίτι καί συνέλαβε τόν χωροφύλακά του διεκδικοῦντα τό θῦμά του. Τόν συνέλαβε καί, καθησυχάσας τήν ἡμιλιπόθυμον κυρίαν, τό ὡδήγησεν εἰς τήν Ἀστυνομίαν. Καθ’ ὁδόν ὁ φανταστικός κατακτητής διεμαρτύρετο, μέ τόν εἰλικρινέστερον τρόπον:

– Δέν φταίω ἐγώ, κύριε ἐνωμοτάρχα. Αὐτή μ’ ἔβαλε στόν μπελᾶ. Μέ γλυκοκύτταζε τόσον καιρό ἡ ἀφιλότιμη. Μοὔκανε καί νοήματα ἀπ’ τό παράθυρο. Αὐτή μέ ’πῆρε στό λαιμό της, κύριε ἐνωματάρχα. Μόνο σἄν ἄκουσε βήματα στό δρόμο, νόμισε πῶς ἤτανε ὁ ἄντρας της κ’ ἔκανε ὅλη αὐτή τή φασαρία. Ἔτσι εἶναι ὅλα τοῦτα τά ἄτιμα τά θηλυκά, κύριε ἐνωμοτάρχα. Ἔτσι εἶνε…

Καί μέσα εἰς τήν φυλακήν, ὅπου ἐπῆγε νά περάσῃ ὀλίγους μῆνας, ἐξηκολούθει νά πιστεύῃ ὅτι «ἔτσι εἶνε ὅλα τοῦτα τά ἄτιμα τά θηλυκά».

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

Ὑπογραφές μέ τήν Chevron ἀλλά σιωπή γιά τά κυριαρχικά δικαιώματα

Εφημερίς Εστία
Σέ ἄμεση ἰσχύ τό Κοινό Ἀνακοινωθέν τῆς Ἀγκύρας καί ἡ Διακήρυξις τῶν Ἀθηνῶν – Λέξις γιά τό «τουρκολιβυκό» καί τήν «Γαλάζια Πατρίδα» Πρωθυπουργός καί ὑπουργός Ἐνεργείας ἀπέφυγαν νά ἐπαναλάβουν παλαιότερες δηλώσεις τους, ὅτι οἱ ἔρευνες τοῦ ἐνεργειακοῦ κολοσσοῦ στήν Κρήτη ἀποτελοῦν «ἔμπρακτη ἀναγνώριση τῶν ἑλληνικῶν θέσεων ἀπό τίς ΗΠΑ» – Ἀπό φόβο μήν θεωρηθοῦν «μονομερεῖς ἐνέργειες»

Ἡ Ἑλλάς κεῖται μακράν

Μανώλης Κοττάκης
THN περασμένη Τετάρτη «πετάξαμε» μέ τόν ἐκδότη μας Ἰωάννη Φιλιππάκη γιά τήν Κύπρο, καθώς ἡ ἐφημερίδα μας, ἡ ὁποία ἀπό τῆς ἡγεσίας τῆς οἰκογενείας Κύρου καί ἔκτοτε ὑπῆρξε ἡ φωνή τῆς Λευκωσίας στήν Ἀθήνα (καί ὄχι τό ἀντίθετο), ἑορτάζει φέτος 150 χρόνια ἀδιάλειπτης κυκλοφορίας.

Τσίπρας: Βολές κατά Στουρνάρα, λέξις γιά τά ἐθνικά!

Εφημερίς Εστία
Ο ΑΛΕΞΗΣ Τσίπρας ἐξαπέλυσε δριμεῖα ἐπίθεση κατά τοῦ Γιάννη Στουρνάρα στήν παρουσίαση τοῦ βιβλίου «Ἰθάκη» στήν Λάρισα.

Δέν εἶναι πανάκεια, ἀλλά εἶναι σημαντικό βῆμα

Δημήτρης Καπράνος
Ἀποφεύγοντας κάθε βερμπαλισμό, κάθε ὑπόθεση καί κάθε σκοπιμότητα, ἄς δοῦμε τί σημαίνει ἡ ὑπογραφή τῆς χθεσινῆς ἐνεργειακῆς συμφωνίας.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΙ ΜΠΕ-ΜΠΕ