Ἐπανεκκίνηση ἀπό τό μηδέν, εἰδάλλως ἐκρήξεις

Ἐπιχείρησα μιά βόλτα στό κέντρο τῆς πόλεως. Ὀδυνηρή ἐμπειρία. Τά καταστήματα κλειστά, ἀλλά οἱ βιτρίνες ἕτοιμες, στολισμένες

Μόλις μοῦ ἐπεσήμαιναν ὅσοι ἐκ τῶν καταστηματαρχῶν ἦταν μέσα στά μαγαζιά τους, καθώς πίστευαν ὅτι θά ἀνοίξουν γιά τίς Γιορτές, μοῦ ζητοῦσαν «νά ποῦμε δυό λόγια». Τόσα χρόνια στήν πρώτη γραμμή, μέ γνωρίζουν σχεδόν ὅλοι. Καί δέν φαντάζεστε τί ἄκουσα! Κατ’ ἀρχάς «φταῖτε πολύ ἐσεῖς οἱ δημοσιογράφοι, πού τρομοκρατεῖτε τόν κόσμο». Ἄποψη, ἡ ὁποία εὔκολα ἀντικρούεται, καθώς «δέν εἶναι οἱ δημοσιογράφοι ἐκεῖνοι πού ἀποφασίζουν».

Ἔπειτα, «φταῖνε ὅλοι ἐτοῦτοι οἱ γιατροί, πού λένε ὁ καθένας τό μακρύ του καί τό κοντό του, καί ἔχουν τρελλάνει τόν κόσμο». Κι ἐδῶ ἔχεις κάτι νά πεῖς, ἀφοῦ «οἱ ἐπιστήμονες προτείνουν, ἀλλά ἡ κυβέρνηση εἶναι ἐκείνη πού ἀποφασίζει». Καί ἔρχεται τό τρίτο κῦμα διαμαρτυρίας, πού σοῦ λέει «μᾶς ἔχει διαλύσει ἡ κυβέρνηση. Ἐμεῖς τούς ψηφίσαμε ὡς θιασῶτες τῆς ἐλεύθερης ἀγοᾶς κι ἐκεῖνοι μᾶς κλείνουν!».

Ἐδῶ ἔρχεσαι σέ δύσκολη θέση, καθώς ἀπό τήν μιά δέν θέλεις νά θεωρηθεῖς ὑπερασπιστής τῶν κυβερνητικῶν ἀποφάσεων (παρ’ ὅτι συμφωνεῖς μέ τίς περισσότερες) καί ἀπό τήν ἄλλη πρέπει κάτι νά πεῖς, σέ ἀνθρώπους πού, χρόνια τώρα, σέβονται τήν ἄποψή σου. «Καί τί νά κάνει ἡ κυβέρνηση; Νά σᾶς ἀνοίξει γιά κάποιες μέρες καί νά φουντώσει πάλι τό κακό; Τί εἶναι καλύτερο; Νά ἔχετε πελάτες ἔπειτα ἀπό τήν καταιγίδα ἤ νά πεθαίνουμε σάν τίς μῦγες; Τί θά ἔκανε δηλαδή μιά ἄλλη κυβέρνηση;»…

Τοῖχος! Οἱ ἀπαντήσεις σχεδόν πανομοιότυπες. «Μᾶς καταστρέφουν! Θά κλείσουμε! Θά δοῦν τί ἔχει νά γίνει ὅταν θά στηθοῦν οἱ κάλπες!»… Αὐτή εἶναι ἡ κατάσταση! Ἕνα τεράστιο κῦμα ἀγανακτήσεως τῶν ἐπιχειρηματιῶν, πού κανείς δέν ξέρει ποῦ μπορεῖ νά ὁδηγήσει.

Ἀλλά, γιά νά σοβαρευτοῦμε, τί θά μποροῦσε –αὐτή τήν ὥρα– νά κάνει ἡ κυβέρνηση; Αὐτή τήν ὥρα, εἰσπράττουμε τά ἐπίχειρα τῆς «ἀνεμελιᾶς» πού ἐπιδείξαμε ὅταν «ἀνοίξαμε» ἔπειτα ἀπό τόν προηγούμενο ἐγκλεισμό. Νά προχωρήσουμε σέ μιά «ἀνεμελιά» ἀκόμη; Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά γείρει ἡ ζυγαριά ἀπό τήν πλευρά τῆς οἰκονομίας καί ὄχι τῆς προστασίας τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν; Τό θέμα εἶναι τί θά γίνει μέ τίς ἐπιχειρήσεις καί τούς ἀνέργους, πῶς θά στηριχθοῦν καί πῶς θά ἀποφύγουμε τήν κατάρρευση, ἡ ὁποία βρίσκεται πρό τῶν πυλῶν. Καί ἡ λύση μπορεῖ νά προέλθει μόνο μέσω ἑνός σαρωτικοῦ νέου «Σχεδίου Μάρσαλ», γιά τό ὁποῖο πρέπει πλέον νά πιέσουν ὅλες οἱ κυβερνήσεις.

Μελετώντας τήν μεταπολεμική κατάσταση τῆς χώρας καί τῆς Εὐρώπης, διακρίνουμε πολλά κοινά σημεῖα μέ τό σήμερα. Βρισκόμαστε σέ κατάσταση πολέμου. Αὐτή τήν φορά, ὅμως, ἡ ἀνασυγκρότηση μπορεῖ νά γίνει μέ μεγάλη ἀποτελεσματικότητα, καθώς ἡ τεχνολογία ἐπιτρέπει νά διαπιστώσουμε ποῦ θά πάει μέχρι καί τό τελευταῖο κονδύλι.

Ἡ παγκόσμια οἰκονομία ὀφείλει νά ἐπανεκκινήσει ἀπό τό μηδέν καί ὄχι «ἀπό ἐκεῖ ποῦ ἔμεινε». Ἄν οἱ πολιτικοί ἀποφασίσουν νά ἀποτινάξουν τόν ζυγό τῶν ὀλίγων οἰκονομικά ἰσχυρῶν καί ἀποφασίσουν νά κυβερνήσουν χωρίς νά περιμένουν «ἐντολές», ὁ κόσμος μπορεῖ νά ξυπνήσει καλύτερος μετά τόν ἐφιάλτη.

Ἄν ὄχι, ἄς περιμένουμε τίς ἐκρήξεις…

Απόψεις

ΗΠΑ: Ἡ νίκη στίς ἐνδιαμέσους ἐκλογές δέν ἀρκεῖ γιά τούς Δημοκρατικούς

Εφημερίς Εστία
Ἡ δυσαρέσκεια γιά τό κόστος ζωῆς τούς ἐνισχύει, ἀλλά ἡ πιθανή ἀνάκτησις τοῦ ἐλέγχου τοῦ Κογκρέσσου δέν φθάνει ὥστε νά ὑπάρξει ἄμεσος ἀνακούφισις γιά τά ἀμερικανικά νοικοκυριά

Οἱ μέρες τοῦ ’31 πού ἔστρωσαν τόν δρόμο γιά τήν Κατοχή καί τό Ὁλοκαύτωμα στήν Θεσσαλονίκη

Εφημερίς Εστία
«Ἑκούσιο πάθος καί πυρετός καθ’ ἕξιν» εἶναι γιά τόν πεζογράφο καί δημοσιογράφο τῆς Θεσσαλονίκης τό μυστήριο τῆς ἔμπνευσης καί τοῦ γραψίματος.

Οἱ «Ἵπποι τοῦ Ἁγίου Μάρκου»: Ἕνα ταξίδι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Βενετία

Εφημερίς Εστία
Τέσσερα χάλκινα ἄλογα, αἰῶνες Ἱστορίας καί ἕνα ταξίδι πού συνδέει τήν Ἀρχαιότητα, τό Βυζάντιο, τήν Βενετία καί τόν Ναπολέοντα

Συμβαίνουν καί ἀλλοῦ, ἀλλά χωρίς κραυγές

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ σιδηροδρομική τραγωδία (ἡ δεύτερη μέσα σέ λίγους μῆνες) στήν Ἱσπανία καλό θά εἶναι νά μᾶς διδάξει μερικά πράγματα

Ἐργαστήριο παραγωγῆς… Ἑλληνισμοῦ τό Κέντρο Πολιτισμοῦ Τασκένδης

Εφημερίς Εστία
«Δάκρυσα ἀπό τήν συγκίνηση, ὅταν στήν γιορτή τῆς 25ης Μαρτίου τραγούδησαν τό “Ἡ Ἑλλάδα ποτέ δέν πεθαίνει”. Τότε, στήν πρόβα, τρελλάθηκα. Δάκρυσα»