Ἀθήνα, ἡ πόλη πού ἐλπίζει καί περιμένει

Τό ἀκόλουθο κείμενο τό ἁλίευσα στό διαδίκτυο καί ἀμέσως μοῦ κέντρισε τό ἐνδιαφέρον

«Στήν ἀρχή τῆς ὁδοῦ Μητροπόλεως τό θέατρο “Κυβέλη” δέν ὑπάρχει πιά, ἐνῶ πιό κάτω, χαμηλά στήν Σταδίου, ἔκλεισε τό “Πέτρογκραντ”. Ἀντίστοιχα, χάθηκαν τό ἱστορικό καφενεῖο Ζαχαράτου, τό παλιό βιβλιοπωλεῖο τοῦ Ἐλευθερουδάκη, Καραγεώργη Σερβίας καί Σταδίου, ἐνῶ ἀκολούθησαν ὁ “Ὀρφανίδης”, γωνία Βουκουρεστίου καί Πανεπιστημίου, καί ὁ “Ἀπότσος”. Οἱ βανδαλισμοί καί οἱ φωτιές κατέστρεψαν πολύ ἀργότερα τόν κινηματογράφο “Ἀττικόν”. Ἔκλεισαν καί τά “Ἀσημικά Νησιώτης” τῆς ὁδοῦ Κολοκοτρώνη, ἡ δέ ταμπέλα τοῦ ἑστιατορίου “Ἰντεάλ” ἔστεκε μέχρι πρό τινος ξεχασμένη, σάν θλιβερό ἀπομεινάρι τοῦ παρελθόντος.

Μιά ὁλόκληρη σειρά χώρων τῆς Ἀθήνας χάθηκε, θῦμα μιᾶς ὑπερφίαλης “ἀνάπτυξης”, ἀλλά καί τῆς κοινωνικῆς ἀναταραχῆς, ὅπου καί τά δύο μαζί διαμόρφωσαν μιά εἰκόνα ρημαγμένης πόλης. Πλέον, οἱ χῶροι αὐτοί συντηροῦνται σάν ἄυλα κομμάτια τοῦ ἀστικοῦ μύθου στίς σελίδες τῶν βιβλίων.

Τά τελευταῖα χρόνια, ἡ ἀποσάθρωση τῆς ἑλληνικῆς πρωτεύουσας ἔλαβε πλέον ρυθμό σαρωτικό. Καί ἅς μήν ἰσχυριστεῖ κάποιος πώς γιά ὅλα αὐτά εὐθύνεται ἡ οἰκονομική κρίση.

Ἡ κρίση τῶν ἀξιῶν μας φταίει καί τό ὅτι μόνο λίγοι εἶναι αὐτοί πού πραγματικά ἀγαποῦν τήν Ἀθήνα. Ἡ ἑλληνική πρωτεύουσα, μέ τό ἔνδοξο ὄνομα καί τίς τόσο βαθιές ρίζες στό χρόνο, μοιάζει σάν νά μίσησε τήν ἱστορία της, σάν νά τῆς ἦταν βάρος καί νά ἤθελε νά τήν ἀφανίσει.

Στήν πόλη αὐτή ἔχουμε χάσει γιά τόσο καιρό τήν ψυχή μας πού πρέπει νά ἀναζητήσουμε στά βάθη τῆς μνήμης γιά νά τή χτίσουμε ἀπό τήν ἀρχή. Τό κτίριο τοῦ “Ἀλεξανδράκη” στήν Ἑρμοῦ εὐχόμαστε νά μήν ἔχει τήν ἴδια κακή τύχη. Τό ἀντίθετο. Θέλουμε νά πιστεύουμε ὅτι θά τοῦ ἐπιτραπεῖ νά ἀνακεφαλαιώνει μέσα στό χρόνο ἕνα μικρό, ἀλλά ἀνεκτίμητο μέρος τῆς παράδοσης τοῦ ἀθηναϊκοῦ ἱστορικοῦ κέντρου».

Ἀλήθειες καί συνάμα πικρία γιά μιά πόλη τήν ὁποία δέν ἀγάπησαν οἱ ἴδιοι οἱ Ἀθηναῖοι καί, κυρίως, οἱ δήμαρχοι τῶν τελευταίων ἐτῶν.

Ἡ δημιουργικότητα σταμάτησε στήν θητεία τοῦ Μιλτιάδη Ἔβερτ, ὁ ὁποῖος (κι αὐτό φάνηκε ἀπό τήν προεκλογική του ἀφίσα, ἐκείνη μέ τό ἔργο τοῦ Σταθόπουλου) ἔβαλε τήν λέξη «ποιότητα» στό δημοτικό λεξιλόγιο, ὅρος ὁ ὁποῖος μέχρι τότε εἶχε ἐξαφανισθεῖ.

Ἡ ἀνάπλαση στό «Γκάζι» ἦταν ἔργο πνοῆς. Βεβαίως, οἱ ἐπίγονοι ἐπέτρεψαν νά μετατραπεῖ ἡ περιοχή σέ «μπουζουκογειτονιά» (εὐτυχῶς πού ἀκολούθησαν κάποια θέατρα), ἀλλά τό ἔργο στό «Γκάζι» καί ἡ μετέπειτα ὁλοκλήρωση τῆς ἑνώσεως τῶν ἀρχαιολογικῶν χώρων, μέ τόν περίπατο ἀπό τήν Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου μέχρι καί τό πάρκο στό «Γκάζι», πού ἐπιμελήθηκε –μέ θέρμη καί θάρρος– ὁ ἀείμνηστος συνεργάτης τῆς Ντόρας Μπακογιάννη Κυριάκος Γριβέας, ἄλλαξε τήν εἰκόνα μιᾶς ἰδιαίτερα εὐαίσθητης περιοχῆς.

Σωστά καί ὁ Δ. Ἀβραμόπουλος ἐπέλεξε νά ἀναδείξει τήν πλατεῖα Κοτζιᾶ μέ τό Δημαρχεῖο, ἀλλά ὁ χείμαρρος τῶν «ἐπισκεπτῶν» πού κατέκλυσαν τήν περιοχή «γκριζάρισε» τήν ὅλη εἰκόνα.Καί φθάσαμε στήν «χαμένη περίοδο» Καμίνη, πού ἡ Ἀθήνα –σέ συνδυασμό μέ τήν εἰσβολή τῶν ἀπροσκλήτων μουσαφίρηδων– παρέδωσε τό πνεῦμα! Ναί, ἡ Ἀθήνα μοιάζει παρατημένη. Ἄς ἐλπίσουμε ὅτι δέν εἶναι καί «παραιτημένη».

Απόψεις

Παρεφρόνησε ὁ κ. Ἐρντογάν: Νομοθετεῖ σέ ξένη ἐπικράτεια

Εφημερίς Εστία
«Γκρίζες ζῶνες» τά ἑλληνικά νησιά μέ ἀπόφαση τῆς τουρκικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως – Ἔμπρακτη ἀμφισβήτησις τῆς κυριαρχίας τους μέ ἀποστολή τουρκικοῦ πλοίου στήν καρδιά τῶν Δωδεκανήσων – Ὅ,τι χάνει ἀνατολικῶς, θέλει νά τό κερδίσει δυτικῶς

Ὁ κρότος τῆς ἥττας

Μανώλης Κοττάκης
«Χάντρα» στό κομπολόι τῶν Οὐκρανῶν ἡ Ἑλλάς – Λογαριασμός καί ἀπό τό Κίεβο καί ἀπό τήν Μόσχα

7% προηγεῖται τό AfD μετά τήν ἐπίθεση στόν Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Βερολῖνο.- Ἀδιαφιλονίκητο φαβορί γιά τήν πρώτη θέση στίς γερμανικές ἐκλογές εἶναι τό κόμμα Ἐναλλακτική γιά τήν Γερμανία, μετά τήν τελευταία ἐπίθεσή του κατά τῶν πολιτικῶν τοῦ Ἀμερικανοῦ Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ.

Τελικά, μοιάσαμε στό τέρας πού δημιουργήσαμε

Δημήτρης Καπράνος
«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Σάββατον, 14 Μαΐου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟ ΕΡΥΘΡΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ