Ὅταν ἡ τηλεόραση προσφέρει πολιτισμό…

Γενικῶς εἶμαι πρωινός τύπος

Τό πολύ στίς ἕξι, ἔχω ξυπνήσει. Καμμιά φορά, πού τό πάπλωμα εἶναι κάπως βαρύ, βαριέμαι νά σηκωθῶ καί πατάω τό κουμπί τοῦ τηλεκοντρόλ. Στό ἕνα κανάλι εἶναι δύο καλά παιδιά, ἀλλά ὁ ἕνας εἶναι μονίμως ἀγουροξυπνημένος. Μία συμβουλή: Τό κοινό δέν ἐνδιαφέρεται τί ὥρα κοιμᾶσαι ἤ ξυπνᾶς. Σέ θέλει ἕτοιμο ἀνά πᾶσα στιγμή… Στό ἄλλο μοιράζουν δεκαχίλιαρα. Καί μόνο γι’ αὐτό, ἀποφεύγω τήν ἐπαφή. Στό τρίτο, δέν μπορῶ νά ταιριάξω. Στόν ἑπόμενο, πού μέχρι πρό τινος δέν μέ ἐνοχλοῦσε, ἔχει ἀρχίζει νά μέ ἐνοχλεῖ ἡ ξερολίτιδα. ΄Ένα ἄλλο δείχνει κάθε μέρα ἕναν παπποῦ μέ τό κορακίσιο μαλλί, τίς ἐγγονές του κι ἕνα φίλτρο γιά νερό, στό ἄλλο, δείχνουν μηνύματα τηλεθεατῶν.

Κι ἔτσι, καταλήγω στήν ΕΡΤ3. Ἕνα κανάλι πού νωρίς τό πρωί προβάλλει θησαυρούς! Κάτι ἀπίθανα ντοκυμανταίρ γιά τήν Ἀφρική καί τήν Ἀσία, ἀλλά καί ἐκπομπές πού σέ ἀφήνουν μέ ἀνοιχτό τό στόμα. Χθές, λοιπόν, στίς ἕξι πέφτω ἐπάνω στήν ἐκπομπή «Ἑλλήνων δρώμενα», μέ ἀφιέρωμα στό μπουζοῦκι! Πανδαισία!

Ἠχητικά, ἐγκυκλοπαιδικά, ὀπτικά, ἀκουστικά. Καί, χαράματα, ξετυλίγεται μπροστά σου ἡ τέχνη τοῦ ὀργανοποιοῦ, ἀκοῦς ὀνόματα μέ τά ὁποῖα μεγάλωσες, ὀνόματα πού ἄκουγες στά στέκια τῶν μουσικῶν, στά κέντρα πού ἐργάσθηκες, ὡς μουσικός-φοιτητής, στίς καφετέριες μέ τούς φίλους σου, μουσικούς, ὅταν κουβεντιάζετε γιά τά ὄργανα, γιά τήν προέκταση, δηλαδή τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε μουσικοῦ. «Παναγῆς», «Τσακιριάν», «Ζοζέφ» (Τερζιβασιάν), «Σκεντερίδης». Ὀνόματα θρυλικά, Χιώτης, ὁ δημιουργός τοῦ «ὀκτάχορδου», Ζαμπέτας, ὁ μάγος τῆς ταστιέρας, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, «Σπόρος», Μωραΐτης, Στουραΐτης, Νικολόπουλος, καί βλέπεις τόν Μανώλη Καραντίνη, αὐτόν τόν ἀκάματο ἐργάτη τοῦ μπουζουκιοῦ, νά χαϊδεύει ἕνα ὄργανο καί νά λέει τήν μεγάλη ἀλήθεια: «Τό ὄργανο εἶναι ἐκεῖνο πού σέ “πάει” κι ὄχι ἐσύ τό ὄργανο!»… Καί οἱ ὀργανοποιοί, πού ὅλοι τους γνωρίζουν τά μυστικά καί τά κουμπιά τοῦ κάθε ὀργάνου, σοῦ μιλοῦν γιά τά ξύλα, γιά τίς ζωγραφιές, γιά τά ὄστρακα, γιά τόν ἦχο. Καί σκέπτεσαι τόν Μάρκο, τόν Χατζηχρῆστο, τόν Κηρομύτη, τόν Γενίτσαρη, τόν Νταλγκᾶ, τούς πρωτεργάτες τοῦ ρεμπέτικου, πού τούς ἔκανε ὁ Χιώτης μάγκες, ὅταν τούς ἔβαλε ἀνάμεσα σέ ὀκτώ καί ὄχι σέ ἕξι χορδές. Πραγματικά, κάποια στιγμή θά πρέπει νά γίνει μία ἀποτίμηση τοῦ σπουδαίου ἔργου τοῦ Μανώλη Χιώτη, τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἄλλαξε τήν ἱστορία τοῦ μπουζουκιοῦ καί τό καθιέρωσε ὡς ἰσάξιο μέ τά ἄλλα ἔγχορδα. Τοῦ Χιώτη, ὁ ὁποῖος μέ τήν προσθήκη δύο ἀκόμη χορδῶν, ἄλλαξε τόν ἦχο, τήν κατεύθυνση, τήν κουλτούρα, τόν προορισμό τοῦ μπουζουκιοῦ. «Μαθητής τοῦ Χιώτη στά 9/8» δήλωσε ὁ Μίκης, «θαυμαστής» ὁ Μάνος Χατζιδάκις…

Καί σηκώνεσαι ἀπό τό κρεβάτι γεμᾶτος εἰκόνες, γεμᾶτος νότες, χορτᾶτος ἀπό τόν ἠλεκτρικό πλήν ὑπέροχο ἦχο τοῦ Μανώλη Χιώτη, τοῦ ἀνθρώπου πού ἔδωσε στό μπουζοῦκι τήν εὐκαιρία νά ἐπιτρέπει κατέντζες δίχως νά ἀνεβοκατεβαίνει τό χέρι στόν βραχίονα τοῦ ὀργάνου. Καί φτιάχνεις καφέ καί παίρνεις τό δικό σου ὀργανάκι καί, πρωί-πρωί, παίζεις σιγά κάτι ταξιμάκια. «Τί ἔγινε παπποῦ; Γράφεις τραγούδια;» ρωτάει ἡ ἐγγονή, πού κατεβαίνει γιά τηλεκπαίδευση. «Ὄχι, μωρό μου, χιλιόμετρα γράφω» λέω καί τῆς δίνω τό καθημερινό μας φιλάκι (στό κεφάλι)…

Απόψεις

Ἀπόρρητη σύσκεψις στήν Κατεχάκη: 230.000 μετανάστες μᾶς «ἐπιστρέφει» ἡ Γερμανία

Εφημερίς Εστία
Ὡς πρώτη δόσις ζητεῖται ἡ «ἐπαναπροώθησις» 8.000 «προσφύγων» πού θεωροῦνται δευτερογενεῖς ροές ἀπό τήν ἐποχή πού «λιάζονταν», ἀλλά καί τήν περίοδο τῆς ΝΔ – Δέν τούς ἀντέχει ὁ γερμανικός προϋπολογισμός «Δέλεαρ» ἡ ἐπιδότησις τῆς παραμονῆς

«Μέ ὁρίζει ἡ δικαιοσύνη!»

Μανώλης Κοττάκης
Αὐτό πού ἔπραξε χθές ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, νά ἀπονείμει τό ἀριστεῖο της στόν συνθέτη Σταῦρο Ξαρχάκο (τρεῖς μέρες μετά τά 87α γενέθλιά του, πού ἑόρτασε στήν οἰκία τοῦ πρέσβεως Κριεκούκη), ἔπρεπε νά εἶχε γίνει πολύ καιρό τώρα.

Δεύτερo πλῆγμα στόν σκληρό πυρῆνα τοῦ Τράμπ

Εφημερίς Εστία
Οὐάσιγκτων.- Ἀπανωτά εἶναι τά πλήγματα πού δέχεται τά τελευταῖα 24ωρα ὁ Ἀμερικανός Πρόεδρος, καθώς πρόσωπα ἀπό τόν στενό κύκλο συνεργατῶν του, πού ἡγοῦνται σημαντικῶν θέσεων, ἀποδομοῦν τά ἐπιχειρήματα πού παρουσίασε προκειμένου νά ἐξαπολύσει τήν ἐπίθεση κατά τοῦ Ἰράν.

Ἀπό τήν «σινιέ» στήν «θεοσεβούμενη» τυραννία

Δημήτρης Καπράνος
Φυσικά καί εἶναι δύσκολο νά συμφωνεῖ κανείς –πόσῳ μᾶλλον νά ἐπιχαίρει– μέ ἕναν πόλεμο, μέ βομβαρδισμούς ἐναντίον ἀμάχων καί τουριστῶν, μέ δολοφονίες πολιτικῶν, μέ ὅλα, τέλος πάντων, πού συμβαίνουν αὐτό τόν καιρό στήν περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.

Σάββατον, 19 Μαρτίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΖΗ!