Ὅταν ἡ Ἱσπανική Γρίππη ἀφάνισε τήν Σκῦρο…

Ἐπί τέλους, ἄρχισε ὁ ἐμβολιασμός! Μπράβο στόν Μπόρις…

… ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νά ἀνοίξει τήν πύλη τῆς ἐλπίδας γιά τήν ἀνθρωπότητα.

Καραντίνας, ὅμως, ἀνθούσης, ἔχω πέσει στά βιβλία καί τίς σημειώσεις. Καί ἔτσι, ἐντόπισα τήν καταγραφή τοῦ Κωνσταντίνου Φαλτάιτς, γιά τά γεγονότα τῆς φοβερῆς Ἱσπανικῆς Γρίππης τοῦ 1918, ἡ ὁποία ἀφάνισε τό νησί τῆς Σκύρου. Ὅπως βλέπουμε, οἱ πανδημίες δέν εἶναι ἀποκλειστικότητα τῆς ἐποχῆς μας. Τό 1918 ἡ ἐξάπλωση τῆς Ἱσπανικῆς γρίπης ἔστειλε στόν θάνατο 21.640.000 ψυχές. Αὐτή ἦταν ἡ «ἐπίσημη» καταγραφή, ἐνῶ ἄλλες πληροφορίες μιλοῦσαν γιά 50 ἕως 100.000.000 νεκρούς.

Στήν Ἑλλάδα, ἡ ἐπιδημία χτύπησε κυρίως τήν Σκῦρο καί ἔστειλε στόν ἄλλο κόσμο τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀπό τούς 3.200 κατοίκους τῆς Σκύρου νόσησαν οἱ 3.000 καί τά περισσότερα κρούσματα ὁδηγήθηκαν στόν θάνατο! Τό πρῶτο κροῦσμα στήν Σκῦρο παρουσιάστηκε στίς 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1918.

«Κανείς δέν βρίσκει τή γαλήνη ἄν δέν πληρώσει στό ἀκέραιο τόν φόρο στήν κόλαση. Κι ἡ Σκῦρος στά 1918 πλήρωσε τό δικό της φόρο αἵματος, φόρο ζωῆς γιά νά ξαναρχίσει ὁ νόμος τῆς αἰώνιας ἰσορροπίας τό διαρκές ἔργο του» ἀναφέρει ὁ Φαλτάιτς. Ἡ ἐξιστόρηση τοῦ δημοσιογράφου ἀρχίζει μέ τήν ἄφιξη στό νησί δέκα στρατιωτῶν. Ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι ἤδη βαριά. Ἀτμόσφαιρα θανάτου, καθώς ὁ συγγραφέας ἀκολουθεῖ τούς στρατιῶτες πού ψάχνουν τούς δικούς τους στό νησί:

«Ζωντανοί καί πεθαμένοι, μέσα στό ὀνειροβύθισμά τους ἀγωνιζότανε καί παλεύανε ν’ ἀνοίξουνε τό λάκκο τους, κι ἀδέρφια, παιδιά καί γονιοί στό ξύπνημα, χαροπαλεύανε κι ἀγκαλιαζότανε καί τραβούσανε, τραβούσανε στή ζωή τοῦ σκοταδιοῦ καί τῆς ἀνυπαρξίας. Ὁ φόβος, ἕνας φόβος κακός, κρύος, ὕπουλος, ζωντανός, ἄρχισε νά κυριαρχεῖ παντοῦ, φόβος προσωποποιημένος μέ τήν ἰδέα τῆς ἀρρώστιας, μιᾶς ἀρρώστιας ζωντανῆς κι αὐτῆς, κακιᾶς, παγερῆς, ἀμείλικτης, ματωμένης». Ἡ ἐπιδρομή τοῦ ἰοῦ εἶναι τρομακτική. Ὁ φόβος γίνεται τρόμος καί ὁ τρόμος ὁδηγεῖ στήν παράκρουση. «Καί ἡ τρέλλα, ἡ κόκκινη τρέλλα, γυάλιζε πάλι σ’ ὅλων τά μάτια. Γέροι καί ἄρρωστοι φεύγανε ἀπό τά σπίτια τους γυμνοί, μισόντυτοι, κουρελιασμένοι, πηδούσανε ἀπό τά παράθυρα κι ἀπό τά λιακωτά, καί τρέχανε στούς δρόμους, στίς ρεματιές, στίς ἐκκλησιές, καί πέφτανε καί σηκωνότανε καί μένανε κάτω χωρίς πιά νά σηκωθοῦνε. Ἄλλες φορές περνούσανε ἀμίλητοι ὁ ἕνας μπροστά στόν ἄλλο, μελλοθάνατοι, νεκροί σχεδόν. Πηγαίνανε παραλογισμένοι στά μάτια καί στήν ὄψη, χωρίς νά γνωρίζει ὁ ἕνας τόν ἄλλον, χωρίς νά βλέπουνε, χωρίς νάχουνε συνείδηση, χωρίς νά αἰσθάνονται, χωρίς νά ἀκοῦνε». Ἡ γρίππη θέρισε τό νησί μέσα σέ ἕνα μῆνα. Ἡ περίοδος αὐτή διέλυσε καί τίς κοινωνικές ἰσορροπίες. Ἄλλαξαν χεριά περιουσίες, ἐμφανίστηκαν πολλοί κληρονόμοι, ἀφανίστηκε ἡ πανίδα τοῦ νησιοῦ.

Ἀρχές Νοεμβρίου ἄρχισε νά φαίνεται κάποια αἰσιοδοξία. Ὁ ἰός ἔφευγε μέ ταχύτητα, ὅπως εἶχε ἔρθει. Τά μέτρα εἶχαν ληφθεῖ καί ἦταν αὐστηρά. Μάσκες, κλείσιμο σχολείων, ἀποστάσεις, κλείσιμο θεάτρων καί σινεμά. «Ἡ γρίπη ξεψυχᾶ» ἔγραψε ὁ Τύπος. Ὁ ἰός ἐξαφανίστηκε σέ 18 μῆνες. Ἔφυγε ἀφήνοντας πίσω του ἑκατομμύρια νεκρούς! Χτύπησε σέ τρία κύματα, μέ τό μεσαῖο νά εἶναι τό πιό ἰσχυρό. Ἡ μάσκα, ὅπως ἔγραψε ὁ Τύπος, μείωνε τήν πιθανότητα μολύνσεως κατά 50%. Τότε…

Απόψεις

Οἰκτρόν θέαμα ἡ παρακμή τοῦ Κοινοβουλίου

Εφημερίς Εστία
Κάποτε τήν ἑλληνική Βουλή ἐλάμπρυναν μέ τήν παρουσία τους πνευματικοί ἄνθρωποι.

Τό λειτούργημα τῆς παγκόσμιας ἡγεσίας

Εφημερίς Εστία
Οταν Αναφέρονται στόν πόλεμο πολλοί ἐπικαλοῦνται τόν Κάρλ φόν Κλαούζεβιτς καί τήν διάσημη ρήση του, ὅτι «ὁ πόλεμος ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς πολιτικῆς μέ ἄλλα μέσα».

Ὁ Ἐρντογάν κλείνει πανεπιστήμιο καί ἡ Εὐρώπη κωφεύει

Εφημερίς Εστία
Κωνσταντινούπολις.- Τό ποιός εἶναι ὁ ἀπόλυτος ἄρχων τῆς Τουρκίας ἀπέδειξε ἐκ νέου ὁ Ταγίπ Ἐνρτογάν, ὁ ὁποῖος δέν ἔχει πρόβλημα νά ἀλλάζει ἡγεσίες σέ ἀντιπολιτευόμενα κόμματα ἤ νά κλείνει πανεπιστήμια πού δέν προάγουν τήν μουσουλμανική θρησκεία.

Ἡ ἐλπίδα ὡς σύνθημα στόν πολιτικό στίβο

Δημήτρης Καπράνος
Ἐπιτρέψτε μας νά παραμένουμε πιστοί στήν «Σχολή Ἑλένης Βλάχου», στήν ὁποία «φοιτήσαμε» ἀπό τίς ἀρχές τῆς Μεταπολιτεύσεως μέχρι τήν ἀποχώρηση τῆς «μεγάλης κυρίας» ἀπό τήν ἐνεργό δράση.

ΟΙ ΔΙΓΑΜΟΙ

Παύλος Νιρβάνας
Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 10 Ἰουνίου 1926