Ὅλα ἔχουν γίνει σήμερα «δεύτερα» καί πολύ «φθηνά»…

Καθόμαστε κι ἐμεῖς κι ἀσχολούμεθα μέ τίς ἀλητεῖες τοῦ «ἀρβύλα» καί τίς…

… «ἀγορεύσεις» τῶν συντρόφων του, οἱ ὁποῖοι ἔχουν βῆμα καί ἄποψη, ὅπως ἔχουν τόσες καί τόσες μετριότητες στό «γυαλί». Καθόμαστε καί ἀσχολούμεθα μέ κάποιον γελοῖο, ὁ ὁποῖος ἔχει δικό του «σόου» στήν ἑλληνική ἰδιωτική τηλεόραση καί τολμᾶ νά τραγουδᾶ, ἐνῶ εἶναι πιό φάλτσος καί ἀπό «μπλάκ ἔντ ντέκερ» ἤ μέ διάφορους, οἱ ὁποῖοι νέμονται τόν χῶρο τῆς τηλοψίας γιά νά παραγάγουν σκουπίδια. Κι ἀκόμη, γράφουμε ἀποχαιρετισμούς καί ἐπικηδείους γιά ἀνθρώπους πού ἔφυγαν ἀπό τόν μάταιο ἐτοῦτο κόσμο.

Ὅλα ἔχουν παρακμάσει στήν ἐποχή μας. Ἀπό τόν χῶρο τῶν Γραμμάτων καί τῶν Τεχνῶν μέχρι τούς ἐπικηδείους. Καί αἰσθάνομαι ζήλεια, ὅταν διαβάζω τό πῶς ἀποχαιρετοῦσαν κάποτε τούς φίλους τους οἱ λόγιοι αὐτοῦ τοῦ τόπου. Ὅπως ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρῖκος, ὁ ὁποῖος, ἀποχαιρετῶντας τόν Κώστα Καρυωτάκη, ἔγραψε: «Ὅταν οἱ εὐκάλυπτοι θροΐζουν στίς ἀλλέες: Ὅσοι καμιά φορά ἀπό τήν Πρέβεζα περνᾶτε καί στήν ὑγρή κουφόβρασι στά καφενεῖα κάθεσθε νά πιῆτε ἕναν καφέ, ἤ ἕνα γλυκό τοῦ κουταλιοῦ νά φᾶτε, βαπόρι περιμένοντας ἤ κάποιο λεωφορεῖο, ἀκούοντας βοήν φωνῶν καί συζητήσεων, ἤχους ζαριῶν καί ἐπικλήσεις αὐτῶν πού σκύβουν ἐπάνω ἀπό τά τάβλια, τήν μοῖρα μάταια προσπαθῶντας μέ τέχνη νά παραμερίσουν, τά πούλια ζωηρά χτυπῶντας, φιλῶντας στίς χοῦφτες των τά ζάρια, κουνῶντας τα μέ δύναμιν καί τέλος φωνάζοντας, καθώς τά ρίχνουν μέ ζέσιν ἐλπιζόντων: “Ντόρτια!… Δυάρες!…Ἑξάρες!…” ὅσοι, λέγω, σ’ αὐτά τά καφενεῖα κάθεσθε, στή ζέστη τοῦ καλοκαιριοῦ, τήν ὥρα πού φέρνετε στά χείλη σας τό δροσερό ποτήρι, ἤ, μέσα στό ψῦχος τοῦ χειμῶνος τόν ἀχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν ὑπουργικήν ἀπόφασιν, μετάθεσιν, ἤ κάποιο κέλευσμα ἀνεξιχνίαστον τῆς Μοίρας, ὅσοι στά καφενεῖα τῆς Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τίς οἶδε τί –μήν τόν ξεχνᾶτε.

Σέ ὅλους τούς τέτοιους καφενέδες –Πρεβέζης, Ἀθηνῶν, Πατρῶν– πάντα ἡ ψυχή του θά πλανᾶται, ὅπως καί εἰς τά στυγνά γραφεῖα τόσων νομαρχιῶν καί ὑπουργείων, ὅπου ὁ ποιητής σέ ὅλον του τόν βίον, τίς μέρες του ἐν μέσῳ τρομερᾶς ἀνίας μετροῦσε σάν κομπολόι βαρετό, αὐτός πού ἔσφυζε ἐν τούτοις –ὦ, εἰρωνία– ἀπό θεσπέσια ὁράματα, γιά πράγματα πού ὁ κόσμος ὁ πολύς, ὁ κόσμος ὁ κοντόφθαλμος ἤ καί ὁ χυδαῖος, χίμαιρες ἤ οὐτοπίες τά ὀνομάζει. Διότι ἀναμφιβόλως, ὁ ποιητής αὐτός ἐπάλλετο ἀπό τοιαῦτα ὁράματα καί ἄν ἔλεγε ὁ ἴδιος ὅ,τι ἰδανικά δέν εἶχε-εἶχε, μά ἀπό σεμνότητα ἤ ἀπαλότητα ψυχῆς ἤ φόβον, ντρεπόταν νά τά περιγράψῃ, ντρεπόταν νά τά πῇ, ἤ νά τά ὀνομάσῃ, ἀφοῦ ἦσαν ὅλα ἐδεμικά καί πίστευε ὅτι ποτέ δέν θά μποροῦσε, παρά μονάχα στά ὁράματά του τά ἀπόκρυφα νά τά ἐκφράσῃ, νά τά φθάσῃ, ὡσάν νά ἦτο κατηραμένος, κολασμένος ὁ νέος αὐτός, ὁ τόσον (ἔξω ἀπό τήν πρᾶξιν τήν στερνήν καί ἴσως μέσα σέ αὐτήν) ὁ τόσον πολύ ἐν τῇ οὐσίᾳ εὐλογημένος…». Ἁπλῶς σκεφθεῖτε ποιοί ἔχουν σήμερα «ἀναπληρώσει» τόν Καρυωτάκη καί τόν Ἐμπειρῖκο. Σκεφθεῖτε πόσο πιό «δεύτερος» καί «φθηνός» ἔχει γίνει ὁ χῶρος μας τοῦ Πνεύματος, τῶν Γραμμάτων καί τῶν Τεχνῶν…

Απόψεις

Ἡ ἀδιαλλαξία σώζει τόν ἀδύνατο!

Μανώλης Κοττάκης
Ἡ παρακαταθήκη τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ γιά ἔθνη πού εὑρίσκονται σέ ὑποχώρηση καί ὁ συναγερμός πού ἤχησε ὁ πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλῆς

Ἑστία, Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 1966

Πρό 60 ἐτῶν
Πρό 60 ετων: «Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΙΑΣΑΛΕΥΣΙΣ ΣΧΕΣΕΩΝ» - «ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΣΗΕΑ»

Πληθαίνουν οἱ Τσαμπερλέιν

Μανώλης Κοττάκης
Τήν περασμένη ἑβδομάδα, ὁ τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ μετέδωσε ἀργά τή νύχτα τήν βιογραφική ταινία γιά τόν Οὐίνστον Τσώρτσιλ, κυρίαρχο σημεῖο τῆς ὁποίας ἦταν ἡ ἀντιπαράθεσή του μέ τόν Τσαμπερλέιν ἐπί τῆς ἀρχῆς γιά τήν στρατηγική ἀπέναντι στήν Γερμανία

Καί ἀπό δυσμάς ὁ κίνδυνος: Ἀλλάζει τό ἀμυντικό δόγμα

Εφημερίς Εστία
Ἡ ἐπικράτησις τῆς Τουρκίας στήν Λιβύη ἐπιβάλλει τήν ἀναδιάταξη τῶν ναυτικῶν δυνάμεων – Στήν Μεσόγειο ἀντί τοῦ Αἰγαίου (πού σφραγίζεται μέ τήν «Ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέως») τό κέντρο βάρους τῆς ἀμύνης μας

«Ὁ Μικρασιατικός Ἑλληνισμός νά γίνει μοντέλο πλοήγησης γιά τό ἐκπαιδευτικό σύστημα στήν χώρα μας…»

Εφημερίς Εστία
Ὁ Μητροπολίτης Νέας Ἰωνίας, Φιλαδελφείας, Ἡρακλείου καί Χαλκηδόνος, κ.κ. Γαβριήλ, ἐξηγεῖ στήν «Ἑστία» ὅτι γιά τήν ἵδρυση τοῦ ἐκεῖ Ἰωνικοῦ Κέντρου «ἡ ἰδέα γεννήθηκε ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο χειρίστηκαν οἱ Ἑβραῖοι τό Ὁλοκαύτωμα, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν μία πάρα πολύ καλή δουλειά παγκοσμίως, μέ ἀποτέλεσμα κανείς νά μήν ἀμφισβητεῖ τήν ὕπαρξη τοῦ γεγονότος αὐτοῦ»