Ἔφυγε ἥσυχος, γιατί δέν θά φύγει ποτέ

Στήν ἀρχή δέν τόν κατάλαβαν πολλοί. Ἐμεῖς, ὅμως, πού τόν εἴχαμε γνωρίσει μέ τό γκρουπάκι του στή Φωκίωνος Νέγρη, ξέραμε καλά ὅτι εἴχαμε νά κάνουμε μέ ἕναν «ρόκ» μουσικό.

Ἔτσι, τά πρῶτα μας ἀκούσματα ἀπό τόν Θάνο Μικρούτσικο, πού «κοπανιόταν» στά πλῆκτρα, παίζοντας πιάνο ὅπως ἔπαιζε κιθάρα ὁ Χέντριξ, μέ ἕναν τρόπο «ἠθικά ἀναρχικό», ὅπως θά ἔγραφε ὁ Μανώλης, μᾶς ἔπεισαν ὅτι «Ἐδῶ κάτι συμβαίνει»…

Προσωπικά, μέ μάγεψε ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο κακομεταχειριζόταν τά πιάνο! Μοῦ ἄρεσαν ἐκεῖνες οἱ «κόντρες» πού πετοῦσε μέ τό κλαβιέ του μέσα στά κομμάτια πού ἑρμήνευε ἤ συνόδευε. Νευρικά, ἀλλά μετρημένα στήν ἐντέλεια ἀκομπανιαμέντα, ἔδεναν μέ τόν σκελετό τοῦ οἰκοδομήματος καί τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὅπως, ἐγώ τουλάχιστον, ἤθελα νά εἶναι: Ρόκ!

Εἶχα τήν μεγάλη χαρά νά τόν γνωρίσω πολύ καλά. Καί εὐγνωμονῶ τήν μοῖρα πού μέ ἔκανε νά ἀκολουθήσω αὐτό τό ἐπάγγελμα, γιατί μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά συναντήσω ἀνθρώπους πού ἴσως δέν θά μποροῦσα νά ἀπαντήσω στό διάβα μου, ὑπό ἄλλην ἰδιότητα. Θυμᾶμαι πού μοῦ τηλεφώνησε τό 1983 στήν «Καθημερινή», ὅταν εἶχε ξεσπάσει ἕνας ἀνελέητος πόλεμος μεταξύ ἐκείνων πού εἶχαν θεωρήσει «ἱεροσυλία» τήν «παράδοση» τοῦ Λυκαβηττοῦ στά «λαϊκά τοῦ Ντάτσουν» καί ἐκείνων οἱ ὁποῖοι –δικαίως, ἴσως, ἄν κρίνω ἀπό τήν ἀπήχηση πού εἶχαν ἐκεῖνες οἱ συναυλίες– εἶχαν ἀνεβάσει τόν ἀείμνηστο Μανώλη Ἀγγελόπουλο στό θέατρο τοῦ Λόφου. Εἶχα ἀρθρογραφήσει κατά τῆς «ἱεροσυλίας», πῆρα μιά συνέντευξη «φαρμακερή» ἀπό τόν Διονύση Σαββόπουλο, εἶχαν ἀπαντήσει καλοί φίλοι ἀπό τήν «ἄλλη πλευρά», μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ φίλτατος Γιῶργος Κοντογιάννης, μέ τόν ὁποῖο μοιραζόμασταν τό ἴδιο γραφεῖο στήν ἐφημερίδα τῆς Ἑλένης Βλάχου, καί ὁ Θάνος θέλησε νά μάθει «τί ἔχει γίνει»…

Συναντηθήκαμε, μιλήσαμε, μοῦ εἶπε τήν ἄποψή του –ἐκεῖνος δέν ἀπέρριπτε κανένα εἶδος μουσικῆς– ἤπιαμε καφέδες, καπνίσαμε (τότε κάπνιζα κι ἐγώ πίπα) καί πιάσαμε τήν κουβέντα γιά τόν Καββαδία…

«Νομίζω ὅτι θά ἔπρεπε νά σέ εἶχαν ἤδη πλησιάσει οἱ Ἕλληνες ἐφοπλιστές γιά νά σοῦ ἐκφράσουν εὐχαριστίες. Ξέρεις πόσοι νέοι πρωτογνωρίζουν τόν “Μαραμπού” μέσα ἀπό τή μουσική σου καί μπορεῖ νά ἀγαπήσουν τήν θάλασσα καί τήν ζωή τοῦ ναυτικοῦ;» τοῦ εἶχα πεῖ.

«Καί ποιός σοῦ εἶπε ἐσένα ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐφοπλιστές θέλουν νά ἔχουν στά βαπόρια τους Ἕλληνες ναυτικούς;» μοῦ εἶχε ἀπαντήσει. Τότε θεώρησα τήν ἄποψή του ἀποτέλεσμα τῆς στρατεύσεώς του στήν ἀριστερά (ποτέ δέν τό ἔκρυψε, καί ὅταν πῆγε στό ΠΑΣΟΚ καί ἔγινε ὑπουργός Πολιτισμοῦ, τόνισε ὅτι εἶναι «παρεπιδημῶν»), ἀλλά ἀργότερα διαπίστωσα ὅτι «ἤξερε κάτι παραπάνω»!

Μετά μιλήσαμε γιά μουσική, μοῦ μίλησε μέ θέρμη γιά τούς Ἕλληνες συνθέτες σοβαρῆς μουσικῆς καί μοῦ εἶπε ὅτι σκεπτόταν νά μελετήσει περισσότερο τόν Νικόλαο Μάντζαρο.

«Ὑποκύπτεις στά συνθεσάιζερ. Δέν ἀγαπᾶς πιά τό πιάνο;» τόν ρώτησα.

«Ποτέ δέν θά ἀκουμπήσεις τό αὐτί σου σ’ ἕνα συνθεσάιζερ. Ἀλλά σέ κάνει νά ταξιδεύεις κάπου-κάπου» μοῦ εἶχε πεῖ.

Ὁ Θάνος Μικρούτσικος ἔγραψε ἱστορία. Ἔφυγε ἥσυχος, γνωρίζοντας ὅτι δέν θά φύγει ποτέ…

Απόψεις

Οἱ μέρες τοῦ ’31 πού ἔστρωσαν τόν δρόμο γιά τήν Κατοχή καί τό Ὁλοκαύτωμα στήν Θεσσαλονίκη

Εφημερίς Εστία
«Ἑκούσιο πάθος καί πυρετός καθ’ ἕξιν» εἶναι γιά τόν πεζογράφο καί δημοσιογράφο τῆς Θεσσαλονίκης τό μυστήριο τῆς ἔμπνευσης καί τοῦ γραψίματος.

Οἱ «Ἵπποι τοῦ Ἁγίου Μάρκου»: Ἕνα ταξίδι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Βενετία

Εφημερίς Εστία
Τέσσερα χάλκινα ἄλογα, αἰῶνες Ἱστορίας καί ἕνα ταξίδι πού συνδέει τήν Ἀρχαιότητα, τό Βυζάντιο, τήν Βενετία καί τόν Ναπολέοντα

Συμβαίνουν καί ἀλλοῦ, ἀλλά χωρίς κραυγές

Δημήτρης Καπράνος
Ἡ σιδηροδρομική τραγωδία (ἡ δεύτερη μέσα σέ λίγους μῆνες) στήν Ἱσπανία καλό θά εἶναι νά μᾶς διδάξει μερικά πράγματα

Ἐργαστήριο παραγωγῆς… Ἑλληνισμοῦ τό Κέντρο Πολιτισμοῦ Τασκένδης

Εφημερίς Εστία
«Δάκρυσα ἀπό τήν συγκίνηση, ὅταν στήν γιορτή τῆς 25ης Μαρτίου τραγούδησαν τό “Ἡ Ἑλλάδα ποτέ δέν πεθαίνει”. Τότε, στήν πρόβα, τρελλάθηκα. Δάκρυσα»

Ἀνακήρυξις ΑΟΖ ἡ μόνη δυνατή ἀπάντηση

Εφημερίς Εστία
Eάν ἔχουμε καθορίσει καί ἀνακοινώσει, μέσῳ χαρτῶν καί συντεταγμένων, τήν ΑΟΖ μας, τότε ἡ ἐπέκταση τῶν χωρικῶν μας ὑδάτων, καθολικά ἤ ἐπιλεκτικά, μπορεῖ νά ἀκολουθήσει