Ἄσκηση στήν ψυχραιμία ἤ ἐπιδότηση στόν διχασμό;
Νομίζω, τό ἔχω διαβάσει στά Ἀρχεῖα τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ καί, σέ παραλλαγή, στό ἐξαιρετικό βιβλίο τῆς συναδέλφου Εὔας Νικολαΐδου γιά τόν Ἐθνάρχη:
«Πάντα πρέπει νά ἀφήνεις μία διέξοδο διαφυγῆς στόν ἀντίπαλό σου» θεωροῦσε ὁ μεγάλος Μακεδόνας πολιτικός, ὁ ὁποῖος, μεγαλωμένος μέσα στό κλίμα τοῦ Ἐθνικοῦ Διχασμοῦ καί ἔχοντας ζήσει ἀδιανόητες στιγμές στό πατρικό σπίτι του στήν Πρώτη Σερρῶν (τό εἶχαν πετροβολήσει οἱ Βενιζελικοί), πάντοτε θεωροῦσε κατάρα τόν ἐμπρηστικό καί διχαστικό πολιτικό λόγο. Δύσκολα θά βρεῖ κανείς σέ λόγους ἤ σέ κείμενα τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ ὑβριστικούς ἤ μειωτικούς χαρακτηρισμούς γιά τούς ἀντιπάλους του. Κοσμητικά ἐπίθετα. Ἐπιθετικούς προσδιορισμούς. Σέ ἐκεῖνον ἀνήκει ἡ φράση: «Ἕναν πρώην πρωθυπουργό δέν τόν στέλνεις φυλακή, σπίτι του τόν στέλνεις!».
Γι’ αὐτό, ἄλλως τε, σέ ὁλόκληρη τήν πολιτική του διαδρομή κατάφερνε νά ἑνώνει παρά νά διχάζει. Ἐνῷ τό Κέντρο ἦταν πάντοτε ἀκραῖο. Δέν ἔγινε τώρα ἀκραῖο, μέ ἡγέτη τόν Κυριάκο Μητσοτάκη. Ἦταν πάντοτε. Τήν κληρονομιά του ἔχει ἀποδεχθεῖ ὁ Πρωθυπουργός. Τό DNA του. Ἄρεσε στό ἐπιτήδειο Κέντρο τό αἱματοκύλισμα μεταξύ Δεξιᾶς καί Ἀριστερᾶς, γιατί τοῦ ἐξασφάλιζε τόν ρόλο πού ἐπιθυμοῦσε στόν πολιτικό μας βίο.
Τήν σχολή τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ ἀκολούθησε καί ὁ Κώστας Καραμανλῆς, κατά τήν ἡγεσία του στήν ἀρχηγία τῆς ΝΔ καί τήν πρωθυπουργία του μεταξύ 1997 καί 2009. Σπανίως θά βρεῖ κανείς χαρακτηρισμούς νά ἀπευθύνονται στούς πολιτικούς του ἀντιπάλους. Μία φορά μόνο χαρακτήρισε τόν Κώστα Σημίτη «ἀρχιερέα τῆς διαπλοκῆς», χαρακτηρισμό πού ἀπέσυρε ἀργότερα, ἀλλά δικαιώθηκε ἐν τέλει ἀπό τήν ἴδια τήν ἱστορία.
Τό θέμα τοῦ σημερινοῦ σημειώματός μας, λοιπόν, εἶναι τό μῖσος στήν πολιτική. Τό μῖσος ὅπως ἐκφράζεται μέσα ἀπό χαρακτηρισμούς, ἐπιθέσεις καί κοσμητικά ἐπίθετα. Ἀφορμή γιά τό σημείωμα ἦταν ὁ χαρακτηρισμός «βλάκας», πού ἀπηύθυνε ὁ Θανάσης Καρτερός πρός τόν πρόεδρο τοῦ ΠΑΣΟΚ Νῖκο Ἀνδρουλάκη. Τοῦ ἀπένειμε δηλαδή μία μόνιμη ἰδιότητα. Τό πρόβλημα στήν πολιτική εἶναι ὅτι ἡ πατρίδα μας εἶναι μικρός τόπος. Ὅλοι πέφτουμε ὁ ἕνας πάνω στόν ἄλλον διαρκῶς. Καί, ὑπό τίς περιστάσεις, μπορεῖ νά χρειαστεῖ νά συνομιλήσουμε, νά συνεννοηθοῦμε, νά ἀντιδικήσουμε – ὅλα. Τά κοσμητικά ἐπίθετα ἀλλά καί οἱ ἰδιότητες, καθώς καί οἱ κατηγορίες, μέ πιό εὔκολη αὐτήν τῆς προδοσίας, δημιουργοῦν τεράστιες παρεξηγήσεις καί ἐμποδίζουν τήν ἐλάχιστη συνεννόηση καί τούς κώδικες πού μποροῦν νά ἔχουν μεταξύ τους οἱ πολιτικοί ἀντίπαλοι.
Στήν πολιτική, ἀντιπαρατίθενται πολιτικές ἀπόψεις καί ἐπιχειρήματα, δέν ἀντιπαρατίθενται ἰδιότητες. Καί κατά τοῦτο, ἄν θέλει κάποιος νά εἶναι ἐντάξει μέ τόν ἑαυτό του, χωρίς νά προσβάλλει τούς ἄλλους, ἔχει ἕναν πολύ ὡραῖο δρόμο: νά περιγράφει μέ γεγονότα τίς βλακεῖες πού θεωρεῖ ὅτι κάνει ὁ ἀντίπαλός του περιστασιακά ἤ μόνιμα, χωρίς νά τοῦ κολλάει καί τήν ταμπέλλα τοῦ «βλάκα». Δέν χρειάζεται νά χαρακτηρίσεις κάποιον ψεύτη, αὐτό εἶναι πολύ εὔκολο. Ἀρκεῖ μέ ἐπιχειρήματα νά ἀναδεικνύεις τά ψέματά του καί νά ἀφήνεις τούς συνομιλητές σου νά σκεφτοῦν μέσα τους οἱ ἴδιοι ὅτι εἶναι ψεύτης, χωρίς ὅμως ποτέ νά τόν ἀποκαλεῖς ἐσύ ἔτσι.
Τό ξέρω! Εἶναι δύσκολη ἡ ἄσκηση πού σᾶς προτείνω. Εἶναι μία ἄσκηση ζωῆς, ὄχι ἄσκηση γιά τήν πολιτική μόνον. Ἀλλά εἶναι μιά ἀναγκαία ἄσκηση γιά ἕναν ἁπλό λόγο: Καί στήν ζωή καί στήν πολιτική, οἱ λέξεις πού ἐκτοξεύονται καί ἔχουν ἀρνητική χροιά δέν ἐπιστρέφουν πίσω ποτέ. Ἐγγράφονται στήν μνήμη καί τήν ἐγκλωβίζουν. Καί αὐτός στόν ὁποῖον τίς ἀπευθύνεις δέν τίς ξεχνᾶ ποτέ καί δέν μπορεῖ ἀνθρωπίνως νά τίς ὑπερβεῖ. Ἀλλά ὅσοι ἔχουν τοὐλάχιστον δημόσιο λόγο ἀπαιτεῖται νά ἔχουν νηφαλιότητα καί αὐτοπειθαρχία.
Ὑπάρχουν στιγμές πού ἔχω αἰσθανθεῖ μέσα μου τήν ἀνάγκη νά χαρακτηρίσω κάποιον «ἀνόητο» καί «ἠλίθιο», γιατί ἕνα πρᾶγμα τό ὁποῖο μέ ἐξοργίζει ἀπό τά λίγα στήν ζωή εἶναι ἡ βλακεία, εἰδικῶς ὅταν εἶναι ἀήττητη. Σ’ ὅλες ὅμως τίς περιπτώσεις προτίμησα νά περιγράψω μέ γεγονότα καί ἐπιχειρήματα τήν ἠλιθιότητα καί τήν ἀνοησία, πού μπορεῖ νά εἶναι περιστασιακές, παρά νά ἀποδώσω μία μόνιμη ποιότητα στόν συνομιλητή μου. Βεβαίως, ὑπάρχει ὁ ἀντίλογος: ὅτι δέν πρέπει νά φοβόμαστε τίς λέξεις. Ὅτι, ἄν κάποιος εἶναι προδότης, πρέπει νά τόν πεῖς «προδότη». Ὅτι, ἄν κάποιος εἶναι βλάκας, πρέπει νά τόν πεῖς «βλᾶκα».
Ὅτι, ἄν κάποιος εἶναι ἠλίθιος, πρέπει νά τόν πεῖς «ἠλίθιο». Ὡστόσο, ὅλοι ὅσοι συμμετέχουμε στόν δημόσιο βίο ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε ὅτι, καί ἀπό φιλοσοφική πεποίθηση ἀλλά καί ἀπό ἀντικειμενική διάγνωση τῆς πραγματικότητας, μέ τήν εἴσοδό μας σέ αὐτόν ἀπαλλοτριώνουμε, ἄν θέλουμε, ἕνα μικρό ἔστω τμῆμα τῆς ἐλευθερίας μας, στήν ὑπηρεσία τοῦ μεγάλου σκοποῦ: τοῦ πρότζεκτ «Πατρίδα»! Διότι, ἄν οἱ πολιτικοί μας ἀρχηγοί ἔλεγαν αὐτό πού ἔχουν στό μυαλό τους ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον στίς δημόσιες συζητήσεις τους στήν Βουλή, δέν θά εἶχε μείνει λίθος ἐπί λίθου ὄρθιος. Οἱ καιροί εἶναι δύσκολοι! Καί ἀπαιτεῖται ἄσκηση στήν ψυχραιμία. Ὄχι ἐπιδότηση στό μῖσος.
Πολλοί ἐπιδοτοῦν ἐσκεμμένα τό μῖσος, ἀκόμα κι ἄν εἶναι στήν ζωή τους ὀρθολογιστές, προκειμένου νά ἐξάψουν τά πάθη, νά τροφοδοτήσουν φανατισμούς, νά ἐνθαρρύνουν τήν πόλωση, νά βάλουν «φωτιά» στήν ἀτμόσφαιρα, μέ σκοπό νά ἐπιβιώσουν οἱ ἴδιοι μέσα ἀπό τά ἀποκαΐδια πού δημιούργησαν. Δέν εἴμαστε αὐτῆς τῆς σχολῆς. Πολλοί, ἐπίσης, πού θέλουν νά παραστήσουν ὅτι παραδίδουν μαθήματα πολιτικοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλά στό παρασκήνιο εἶναι πιό βρώμικοι καί ἀπό τά σκουπίδια, δίνουν ἐντολή στά τρόλλ τους, πού εἶναι καί ὑπάλληλοί τους (καί πληρώνονται μέ 20 εὐρώ τήν ἀνάρτηση, περίπου ἕνα κατοστάρικο τήν ἡμέρα), νά κάνουν αὐτά τήν βρώμικη δουλειά καί νά ἐξαπολύουν χυδαίους χαρακτηρισμούς κατά τῶν πολιτικῶν τους ἀντιπάλων. Ἐνῷ οἱ ἴδιοι ἐμφανίζονται στό φῶς τῆς ἡμέρας ἀθῶες περιστερές.
Δέν γίνεται νά πάει μπροστά ὁ τόπος ἔτσι. Δέν γίνεται νά ἐγκλωβίζεται στούς χαρακτηρισμούς ἑνός ἀρθρογράφου, στά ἐπεισόδια καί στήν κλωτσοπατινάδα πού γίνεται σέ ἕνα στούντιο μεταξύ δύο πολιτευτῶν, πού ὁ ἕνας χαρακτηρίζει τόν ἄλλον σκουπίδι, καί σέ ὅ,τι ἄλλο μπορεῖ νά ἔρχεται. Ἀκόμη κι ἄν δέν τό θέλαμε, οἱ συγκυρίες εἶναι τέτοιες πού θά ἀπαιτηθεῖ νά συνεννοηθοῦμε, διατηρῶντας τίς ἀπόψεις μας ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον, ἀλλά καί γιά τήν ἴδια τήν χώρα. Θά πρέπει ἐπίσης καί οἱ πολιτικοί, ἀλλά καί ὅσοι ἔχουμε δημόσιο λόγο, νά ἐκπαιδεύσουμε στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ τούς πολῖτες νά ξεφύγουν ἀπό τόν ἐμπρηστικό καί ἐπιθετικό λόγο τῶν μέσων κοινωνικῆς δικτύωσης καί νά ἐπιμείνουμε στήν ἀντιδικία στήν βάση τῶν ἐπιχειρημάτων καί τῶν γεγονότων.
Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι εἰσηγοῦμαι σέ καιρούς δύσκολους, ὅπου ἡ κοινωνία βράζει ἀγανακτισμένη, δύσκολα πράγματα. Πόσῳ μᾶλλον ὅταν ὁ ἐμπρηστικός λόγος ἀποθεώνεται στό διαδίκτυο καί κερδίζει χιλιάδες views καί περιστασιακή δημοφιλία. Τό «χαστούκι» στό πληκτρολόγιο εἶναι στίς μέρες μας μεγάλη ἐκτόνωση, τά «μπινελίκια» ἡ μεγαλύτερη διαδήλωση! Ὡστόσο, γιά τό καλό τῆς πατρίδας μας, πρέπει νά σκεφτόμαστε πάντοτε ὅτι ὁ δημόσιος λόγος εἶναι ἕνας μακρύς μαραθώνιος, καί ὄχι κατοστάρι μέ φωτοβολίδες κρότου λάμψης. Αὐτή ἡ χώρα ἔζησε δύο φορές μεγάλους διχασμούς –ὁ δεύτερος μάλιστα σφραγίστηκε μέ αἷμα– καί δέν ἔχει τήν πολυτέλεια, στόν δρόμο πρός τίς ἐκλογές, νά ἀφήσει τούς Νέρωνες νά τήν… κάψουν μέ τίς χυδαιότητές τους καί τίς ἀλητεῖες τους.
Ἀντιπαράθεση ἐπί τῶν ἀπόψεων λοιπόν, κατά βάσιν, καί ὄχι ἐπί τῶν προσώπων. Ὁ κόσμος θά γίνει καλύτερος ἔτσι, σᾶς βεβαιῶ. Μπορεῖ νά ἀκούγεται ρομαντικό, ἀλλά ἡ καλοσύνη ὡς «μεταρρύθμιση» ἑλκύει περισσότερο καί εἶναι καλύτερη ἐπένδυση ἀπό τήν κακία, πού ἔχει γίνει «καθεστώς». Ἄς τήν υἱοθετήσουμε!



