Η Μονή Πετράκη διεκδικούσε τα νερά του Ηριδανού που εκµεταλλευόταν ο ∆ήµος Αθηναίων επί Οθωνα
Δεκαπενταύγουστος προχθες και στρέφουμε το βλέμμα μας προς την περιοχή του Γουδή. Στο εκκλησάκι που τιμάται στις ημέρες μας στο όνομα της Αγίας Τριάδας αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται περί της ιστορικής Παναγίας του Γουδή, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Γεωργίου Παπανδρέου και Χ. και Κ. Μουρκούση.
Η σημερινή διαμόρφωση σε τίποτε δεν θυμίζει το ειδυλλιακό τοπίο στο οποίο ήταν χωμένο το ναΐδριο, το οποίο γνώρισε πολλές αρχιτεκτονικές φάσεις στη μακρά ιστορία του. Ακόμα περισσότερο γεύτηκε τα ύδατα του Ηριδανού, που περνούσε από τη μεσημβρινή πλευρά του.
Από τον ΕΛΕΥΘΕΡΙΟ ΣΚΙΑ∆Α
Ενα από τα πρώτα τεκμήρια που αφορούν την ιστορία της Παναγίας του Γουδή, στην ελεύθερη Ελλάδα, είναι τρισέλιδο έγγραφο της Μονής Πετράκη, που φέρει ημερομηνία 27 Αυγούστου 1845, και αφορά την ιδιοκτησία και τα νερά του. Προσπαθώντας η μονή να κατοχυρώσει τα δικαιώματά της, ζητούσε από το υπουργείο την άδεια να προσφύγει στα δικαστήρια, διότι ο ∆ήμος Αθηναίων πραγματοποιούσε έργα μέσα στο κτήμα της οικειοποιούμενος το πολύτιμο νερό. Επρόκειτο περί του περίφημου Ηριδανού που κατέβαζε τα διαυγή νερά του από την Καλοπούλα.
Στο τεκμήριο αυτό, το οποίο υπογράφουν ο ηγούμενος της Μονής Πετράκη Αθανάσιος και οι ιερομόναχοι ∆αμασκηνός και Νεκτάριος, αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Εξ αμνημονεύτων χρόνων έχει η Μονή Ασωμάτων Πετράκη και νέμεται σημαντικό τι κτήμα κείμενον σιμά εις τους Αμπελοκήπους κατά την θέσιν λεγομένην Παναγία Γουδί, και περιέχων εν αυτώ πάμπολλα ελαιόδενδρα και άλλα δένδρα, προσέτι δε και νερόν ίδιον του κτήματος το οποίον πηγάζει εντός αυτού και χρησιμεύει προς άρδευσιν των ρηθέντων δένδρων, διοχετευόμενον προς τούτον εις
τα διάφορα μέρη του κτήματος δι’ αυλάκων και άλλων χειροποιητών έργων κατασκευασμένων έκτοτε επίτηδες παρά της μονής».
Με τη χάρη και τον ναό αυτό της Παναγίας ασχολήθηκαν και έγραψαν οι σημαντικότερες φυσιογνωμίες που μελέτησαν τη βυζαντινή Αθήνα αλλά και γενικότερα την ιστορία της πόλης. Αρχής γενομένης από τον ∆ιονύσιο Σουρμελή και τον ∆ημήτριο Καμπούρογλου μέχρι τους Gabriel Millet, Ανδρέα Ξυγγόπουλο, Γεώργιο Σωτηρίου, Αναστάσιο Ορλάνδο και Χαράλαμπο Μπούρα. Η χρονολόγηση του ναού λόγω των καταρρεύσεων και ανακτήσεων θεωρήθηκε σχεδόν ανέφικτη, αλλά φαίνεται πως ανήκει στη μέση βυζαντινή περίοδο.
Οσο για τη νεότερη ιστορία του ναού είναι εξίσου ενδιαφέρουσα και την κατέγραψε ο ακάματος Νίκος Παραδείσης. Ο ναός και η γύρω περιοχή του, στις αρχές του 20ού αιώνα, περιήλθαν στην Εθνική Τράπεζα. Ακολούθησε η αγορά του από τον φαρμακοποιό ∆ρακόπουλο και κατέληξε εν τέλει στην ιδιοκτησία του καταγόμενου από τη
∆ωρίδα ∆ημητρίου Κατσιμίχα. Το παρατσούκλι του τελευταίου ήταν «Κακκαβάς», οπότε και το κτήμα έμεινε γνωστό ως «Κτήμα Κακκαβά». Γύρω του ανεγέρθηκαν λίγα χαμόσπιτα, τα οποία χρησιμοποιούσε και ως «κακόφημα» ο ληστής Χριστοφιλέας, που τάραξε τη ζωή των Αθηνών στις αρχές της δεκαετίας 1930. Η περιοχή περιήλθε σε πλήρη ανυποληψία, με ό,τι είχε απομείνει από τον ναΐσκο και την περιοχή να έχει μετατραπεί σε σκουπιδότοπο.
Ενδιαφέρθηκε όμως ένας ιερέας, ο οποίος υπηρετούσε από το 1932 ως εφημέριος του Ιερού Ναού του Αγίου Θωμά. Εκείνος φρόντισε να καθαριστούν και να διαμορφωθούν, έστω πρόχειρα, ο περίγυρος και το εσωτερικό του ναού, τον οποίο άρχισε να εορτάζει πλέον ανήμερα της Αγίας Τριάδας. Μεταπολεμικά άρχισε η αξιοποίηση της περιοχής, το τμήμα του Ηριδανού καλύφθηκε και δημιουργήθηκε η σημερινή οδός Γ. Παπανδρέου, ενώ άρχισε και η ανέγερση πολυκατοικιών.
Ο Αναστάσιος Ορλάνδος ήταν εκείνος που διέσωσε ό,τι ήταν δυνατόν από τα ερείπια του ναού. Ανήγειρε εκ νέου τα μέρη που είχαν καταρρεύσει την τριετία 1959-1961. Το 1983 η οικογένεια Κατσιμίχα παραχώρησε τον ναΐσκο στον Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα Νέας Σμύρνης, ο οποίος έχει και την ευθύνη για τη συντήρησή του.

