Διευκρινίσεις τῆς ΑΑΔΕ – Πῶς ἐπηρεάζει ἡ ἡλικία τοῦ ἐπικαρπωτοῦ – Ἡ διάρκεια τοῦ δικαιώματος
Ἄμεσος φορολόγησις καί συνένωσις καθορίζουν τήν τελική ἐπιβάρυνση γιά τούς πολῖτες
ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ γιά τήν φορολόγηση τῆς ἐπικαρπίας καί τῆς ψιλῆς κυριότητος στίς μεταβιβάσεις ἀκινήτων παρέχει ἡ ΑΑΔΕ ἀποσαφηνίζοντας τόν τρόπο ὑπολογισμοῦ τῆς ἀξίας τῶν ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων, τόν χρόνο γενέσεως τῆς φορολογικῆς ὑποχρεώσεως καί τόν ὑπόχρεο γιά τήν καταβολή τοῦ φόρου.
Συμφώνως πρός τίς βασικές διατάξεις, ὁ φόρος ἐπιβάλλεται σέ κάθε μεταβίβαση περιουσίας πού πραγματοποιεῖται λόγῳ κληρονομιᾶς, δωρεᾶς ἤ γονικῆς παροχῆς. Ὑπόχρεος γιά τήν καταβολή τοῦ φόρου εἶναι ὁ δικαιοῦχος τῆς περιουσίας, δηλαδή ὁ κληρονόμος ἤ ὁ δωρεοδόχος. Ἡ ἀξία τῆς ἐπικαρπίας γιά φορολογικούς σκοπούς καθορίζεται κυρίως ἀπό τήν ἡλικία τοῦ ἐπικαρπωτοῦ. Ὅσο νεώτερος εἶναι ὁ δικαιοῦχος, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό τῆς ἀξίας τῆς πλήρους κυριότητος θεωρεῖται ὅτι ἀντιπροσωπεύει ἡ ἐπικαρπία.
Γιά παράδειγμα, ἄν ὁ ἐπικαρπωτής εἶναι ἕως 20 ἐτῶν, ἡ ἀξία τῆς ἐπικαρπίας ὑπολογίζεται στό 80% τῆς πλήρους κυριότητος, ἐνῷ ἄν εἶναι ἄνω τῶν 80 ἐτῶν περιορίζεται στό 10%. Στίς περιπτώσεις ἐπικαρπίας ὁρισμένου χρόνου, ἡ ἀξία τῆς ὑπολογίζεται σέ εἰκοστά τῆς πλήρους κυριότητος, δηλαδή στό 1/20 τῆς ἀξίας γιά κάθε ἔτος διαρκείας. Τό μέρος τοῦ ἔτους ὑπολογίζεται ὡς ἀκέραιο ἔτος, ἐνῷ ἡ ἀξία τῆς ἐπικαρπίας αὐτῆς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀνώτερη ἀπό τά 8/10 τῆς ἀξίας τῆς πλήρους κυριότητος.
Γιά παράδειγμα: Ἐάν ὁ Α δωρίσει στόν Β τήν ἐπικαρπία ἑνός ἀκινήτου ἀξίας πλήρους κυριότητος 100.000 εὐρώ γιά 5 ἔτη, ὁ ἐπικαρπωτής Β θά φορολογηθεῖ γιά 5/20 καί ἡ ἀξία τῆς ἐπικαρπίας ἀνέρχεται σέ (100.000 x 5/20=) 25.000 εὐρώ.
Ἐάν ὁ Α τήν δωρίσει γιά 3 μῆνες, ὁ ἐπικαρπωτής Β θά φορολογηθεῖ γιά 1/20 (τό μέρος τοῦ ἔτους ὑπολογίζεται ὡς ἀκέραιο ἔτος) καί ἡ ἀξία τῆς ἐπικαρπίας ἀνέρχεται σέ (100.000 x 1/20=) 5.000 εὐρώ.
Ἰδιαιτερότητα παρουσιάζει ἡ φορολόγησις τῆς ψιλῆς κυριότητος. Στίς κληρονομιές, ὁ φόρος μπορεῖ νά ἀναβληθεῖ ἕως τήν συνένωση τῆς ψιλῆς κυριότητος μέ τήν ἐπικαρπία, δηλαδή συνήθως ἕως τόν θάνατο τοῦ ἐπικαρπωτοῦ. Ὡστόσο, ὁ ψιλός κύριος ἔχει τήν δυνατότητα νά ζητήσει τήν ἄμεσο φορολόγηση, καταβάλλοντας φόρο μόνο γιά τό μέρος τῆς ἀξίας πού ἀντιστοιχεῖ στήν ψιλή κυριότητα.
Ἡ συνένωσις τῆς ἐπικαρπίας μέ τήν ψιλή κυριότητα σέ πολλές περιπτώσεις ἐπέρχεται αὐτοδικαίως, χωρίς νέα φορολογική ἐπιβάρυνση, ὅταν, παραδείγματος χάριν, ὁ ἐπικαρπωτής ἀποβιώσει καί ὁ ψιλός κύριος εἶχε ἤδη φορολογηθεῖ γιά τό δικαίωμά του.
Γιά παράδειγμα: Πλήρης κύριος ἀκινήτου μετεβίβασε μέ γονική παροχή, τό ἔτος 1994, τήν ψιλή κυριότητα στό τέκνο του, γιά τήν ὁποία ἐζητήθη ἡ ἄμεσος φορολόγησις, καί παρεκράτησε τήν ἐπικαρπία μέχρι τόν θάνατό του τό ἔτος 2022.
Μέ τόν θάνατο τοῦ ἐπικαρπωτοῦ ἐπέρχεται αὐτοδίκαιη συνένωσις τῆς ψιλῆς κυριότητος μέ τήν ἐπικαρπία καί ὁ δικαιοῦχος τῆς πλήρους κυριότητος (τό τέκνο) δέν ὑπέχει καμμία φορολογική ὑποχρέωση.
Σέ περίπτωση συστάσεως ἐπικαρπίας γιά ὁρισμένο χρόνο, μέ τήν συμπλήρωση τοῦ χρόνου διαρκείας ἡ ἐπικαρπία ἀποσβένεται λόγῳ αὐτοδίκαιης συνενώσεως στήν ψιλή κυριότητα καί ὁ ψιλός κύριος δέν ἔχει καμμία φορολογική ὑποχρέωση. Τό ἴδιο ἰσχύει καί σέ περίπτωση προώρου λήξεως τῆς ἐπικαρπίας ὁρισμένου χρόνου λόγῳ θανάτου τοῦ ἐπικαρπωτοῦ.
Σέ περίπτωση δωρεᾶς ἤ γονικῆς παροχῆς τῆς ψιλῆς κυριότητος, ἡ φορολογική ὑποχρέωσις γεννᾶται κατά τόν χρόνο τῆς συνενώσεώς της μέ τήν ἐπικαρπία, ὅταν ἀντικείμενο τῆς δωρεᾶς ἤ τῆς γονικῆς παροχῆς εἶναι ἡ ψιλή κυριότητα, ἐκτός ἀπό τίς περιπτώσεις τῆς παρ. 5 τοῦ ἄρθρου 66 ΚΦΠ (δηλαδή τίς περιπτώσεις πού ἡ ψιλή κυριότητα ὑπό- κειται ἀμέσως σέ φόρο).



