Ὁ «Ἱππέας τοῦ Ἀρτεμισίου» ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό ἐντυπωσιακά ἔργα πού μᾶς κληροδότησε ἡ Ἑλληνική Ἀρχαιότητα καί τό μεγαλοπρεπέστερο χυτό ἄγαλμα ἀλόγου ἀγώνων μέ ἀναβάτη
Πρόκειται γιά ἕνα χάλκινο γλυπτό, ἔργο ἄγνωστου γλύπτη, ἀφιερωμένο σέ κάποιο σημαντικό ἱερό θεοῦ, γιά νά τιμηθεῖ νίκη σέ ἱπποδρομίες, πιθανῶς στόν ἀγῶνα μονοῦ ἀλόγου.
Τό ἄγαλμα ἀπεικονίζει ἕνα ἄλογο μέ ἔντονο καλπασμό καί ἕναν νεαρό ἀναβάτη τήν στιγμή τῆς ἔντασης τοῦ ἀγώνα καί τῆς προσπάθειας νά φθάσει στόν τερματισμό. Τό ἔργο βρέθηκε σέ κομμάτια (ἔχει συμπληρωθεῖ στήν οὐρά καί στό κέντρο τοῦ κορμοῦ), σέ ἀρχαῖο ναυάγιο, στόν θαλάσσιο χῶρο τοῦ ἀκρωτηρίου τοῦ Ἀρτεμισίου, στήν βόρεια Εὔβοια, τόν 20ό αἰῶνα (1926). Εὐτυχές γεγονός, καθώς τά χάλκινα ἀγάλματα στήν ἀρχαιότητα συνήθως τά ἔλειωναν γιά τίς πρῶτες ὗλες τους.
Ὁ «Τζόκεϋ τοῦ Ἀρτεμισίου», ὅπως ἀλλιῶς ὀνομάζεται, χρονολογεῖται γύρω στόν 2ο αἰῶνα π.Χ., κατά τήν Ἑλληνιστική περίοδο, ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ τέχνη ἐπιδίωκε νά ἀποδώσει ὄχι μόνο τήν ἐξωτερική μορφή, τήν ἀτομικότητα, ἀλλά καί τό συναίσθημα, τήν φόρτιση καί τήν δραματικότητα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας ρεαλιστικά. Στόν «Ἱππέα τοῦ Ἀρτεμισίου» ἡ κίνηση καί ἡ ἀνατομία τοῦ ζώου ἀποδίδονται μέ αὐτόν τόν τρόπο, μέ τούς μῦς τοῦ ἀλόγου νά εἶναι τεντωμένοι καί τό κεφάλι του στραμμένο ἐλαφρά στό πλάι.
Ὁ νεαρός ἀναβάτης, πού εἶναι μικρός σέ ἡλικία καί διαστάσεις στό γλυπτικό σύμπλεγμα, γέρνει μπροστά, προσπαθῶντας νά ἐλέγξει τήν ὁρμή τοῦ ζώου καί νά φθάσει πρῶτος στόν τερματισμό. Τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του, τό ὁποῖο στρέφει πρός τά ἀριστερά, εἶναι συσπασμένα καί τό μέτωπο ἔχει αὐλακώσεις, δείχνοντας ὅτι μᾶλλον εἶχε καταγωγή ἀπό τήν Ἀφρική, γεγονός πού ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τό μαῦρο πατιναρισμένο χρῶμα τῆς ἐπιφάνειας τοῦ προσώπου του.
Τά μαλλιά του εἶναι ἀτημέλητα ἀλλά σέ ἑλληνικό στύλ. Φορᾶ σανδάλια καί κοντό χιτῶνα, πού ἀνεμίζει ἀπό τόν καλπασμό καί τήν προσπάθειά του νά ἐλέγξει τήν ὁρμή τοῦ ζώου μέ τά ἡνία, πού πιθανῶς θά κρατοῦσε στό ἀριστερό του χέρι καί μαστίγιο στό δεξί. Ἱππεύει χωρίς σέλα. Ἡ τεχνική ἀρτιότητα τοῦ ἔργου εἶναι ἀξιοθαύμαστη. Τό ἄγαλμα ἔχει μῆκος 2,9 μέτρα καί ὕψος 2,1 μέτρα, δηλαδή ἔχει κατασκευαστεῖ σέ περίπου φυσικό μέγεθος.
Οἱ λεπτομέρειες στήν ἀπόδοσή του, ἡ ἰσορροπία τῆς σύνθεσης καί ἡ φυσικότητα τῆς κίνησης μαρτυροῦν τό ὑψηλό ἐπίπεδο τῶν καλλιτεχνῶν τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι τό χύτευσαν σέ κομμάτια, χρησιμοποιῶντας τήν τεχνική τοῦ «χαμένου κεριοῦ» καί, στήν συνέχεια, τό συναρμολόγησαν μέ συγκόλληση. Παρά τό βάρος καί τόν ὄγκο τοῦ ἔργου, ἡ μορφή δείχνει ἀνάλαφρη καί γεμάτη ζωντάνια, μέ μιά ἐντυπωσιακή λεπτομέρεια: τά πίσω πόδια εἶναι χυτευμένα μέ παχύτερο μπροῦντζο γιά νά στηρίζεται τό γλυπτό. Στόν δεξιό μηρό τοῦ ἀλόγου ὑπάρχει ἐγχάρακτη ἡ εἰκόνα τῆς θεᾶς Νίκης, ἡ ὁποία κρατᾶ στεφάνι μέ ὑψωμένα χέρια. Τό σφράγισμα ἦταν στήν ἀρχαιότητα σύνηθες σέ καθαρόαιμα ἄλογα κούρσας.
Τό ἄγαλμα συναρμολογήθηκε καί ἐκτίθεται στό Ἐθνικό Ἀρχαιολογικό Μουσεῖο τῆς Ἀθήνας ἀπό τό 1972, ἀποδεικνύοντας, μεταξύ ἄλλων, καί τήν ἀγάπη τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων γιά τούς ἱππικούς ἀγῶνες καί τόν ἀθλητισμό, ἀλλά καί τά ὑψηλά ἐπίπεδα τῆς καλλιτεχνικῆς χαλκοπλαστικῆς πού εἶχαν κατακτήσει.



