Στούς διαδρόμους τοῦ ΥΠΕΞ ἀλλά καί στά γραφεῖα τῶν Βρυξελλῶν, οἱ κινήσεις στήν διεθνῆ διπλωματική σκακιέρα σπανίως ἀξιολογοῦνται ὡς μεμονωμένα περιστατικά.
Ἡ ἐμπειρία δεκαετιῶν ἔχει διδάξει στούς ἀναλυτές ὅτι μιά πολιτική ἐξέλιξις στόν εὐρωπαϊκό Βορρᾶ μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς καταλύτης γιά τίς ἐξελίξεις στόν Νότο, ἐπηρεάζοντας κατά τρόπο ἄμεσο τούς στρατηγικούς σχεδιασμούς τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τήν Προεδρία τῆς ΕΕ τό δεύτερο ἑξάμηνο τοῦ 2027.
Στό ἐπίκεντρο αὐτοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος εὑρίσκεται ἡ ἐπικειμένη ἀναμέτρησις τῆς 29ης Αὐγούστου στήν Ἰσλανδία. Οἱ πολῖτες τῆς νησιωτικῆς χώρας καλοῦνται νά προσέλθουν στίς κάλπες γιά ἕνα δημοψήφισμα μέ ἰδιαίτερο πολιτικό βάρος. Τό ἐρώτημα δέν ἀφορᾶ στήν ἄμεσο προσχώρηση στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, ἀλλά στό ἐάν ἡ χώρα πρέπει νά ἐπανεκκινήσει τίς ἐνταξιακές διαπραγματεύσεις, οἱ ὁποῖες εἶχαν «παγώσει» τό μακρινό 2013. Σέ περίπτωση πού ἐπικρατήσει τό «Ναί», ἡ τελική συμφωνία ἐντάξεως θά κριθεῖ σέ μεταγενέστερο χρόνο, μέσῳ μίας δεύτερης προσφυγῆς στήν λαϊκή ἐτυμηγορία.
Ἡ ἀπόφασις τῆς κεντροαριστερῆς κυβερνήσεως τῆς Kristrún Frostadóttir νά ἐπαναφέρει τό θέμα στό προσκήνιο δέν ἐλήφθη ἐν κενῷ. Ἡ παρατεταμένη γεωπολιτική ἀβεβαιότης πού προεκάλεσε ὁ πόλεμος στήν Οὐκρανία, σέ συνδυασμό μέ τίς αὐξανόμενες πιέσεις καί τίς διεκδικήσεις στήν περιοχή τοῦ Ἀρκτικοῦ Κύκλου καί τήν Γροιλανδία, δημιουργοῦν ἕνα αἴσθημα ἐκθέσεως στό Ρέυκιαβικ. Ἡ υἱοθέτησις τοῦ εὐρώ καί ἡ ἔνταξις στήν εὐρωπαϊκή οἰκογένεια προβάλλονται πλέον ἀπό τούς ὑποστηρικτές τῆς πρωτοβουλίας ὡς ἡ μόνη ἀσφαλής δικλίδα γιά τήν οἰκονομική καί γεωπολιτική σταθερότητα. Στόν ἀντίποδα, οἱ πολεμικές φωνές παραμένουν ἰσχυρές, ἑστιάζοντας κυρίως στούς φόβους γιά ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας στόν κρίσιμο τομέα τῆς ἁλιείας, πού ἀποτελεῖ τήν «ραχοκοκκαλιά» τῆς ἰσλανδικῆς οἰκονομίας.
Γιά τίς Βρυξέλλες, ὡστόσο, μιά πιθανή θετική ἐτυμηγορία τῶν Ἰσλανδῶν δημιουργεῖ αὐτό πού οἱ διπλωματικοί κύκλοι ὀνομάζουν «κῦμα διευρύνσεως». Ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωσις ἀντιμετωπίζει ἱστορικῶς τήν ἐπέκτασή της ὡς ἕνα ἑνιαῖο πολιτικό πακέττο. Ἐπειδή ἡ Ἰσλανδία, ὡς μέλος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Οἰκονομικοῦ Χώρου, ἔχει ἤδη ἐνσωματώσει τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ κοινοτικοῦ κεκτημένου, ἡ διαπραγματευτική διαδικασία ἐνδέχεται νά κινηθεῖ μέ ἐξαιρετικῶς ταχεῖς ρυθμούς. Αὐτό σημαίνει ὅτι θά μποροῦσε νά βαδίσει παραλλήλως πρός τό Μαυροβούνιο, ἀποτελῶντας μαζί τά ἑπόμενα μέλη πού θά καλύψουν τήν θέση τῆς 28ης διευρύνσεως.
Αὐτή ἡ δυναμική συνδέεται εὐθέως μέ τήν στρατηγική τῆς ἑλληνικῆς διπλωματίας. Ὁ ὑπουργός Ἐξωτερικῶν, Γιῶργος Γεραπετρίτης, ἔχει καταστήσει σαφές ὅτι ἡ εὐρωπαϊκή ἐνσωμάτωσις τῶν Δυτικῶν Βαλκανίων ἀποτελεῖ τήν κεντρική πολιτική προτεραιότητα, ἐν ὄψει τῆς ἑλληνικῆς Προεδρίας τοῦ Συμβουλίου τῆς ΕΕ τό δεύτερο ἑξάμηνο τοῦ 2027.
Ἡ Ἀθήνα ἐπιδιώκει νά ἀναλάβει ρόλο ἐπιταχυντοῦ, θέτοντας πολύ συγκεκριμένους στόχους:
● Τήν οὐσιαστική πρόοδο ἤ, ἀκόμη, καί τήν πλήρη ἔνταξη τοὐλάχιστον μίας χώρας τῆς περιοχῆς –μέ τό Μαυροβούνιο νά διατηρεῖ τό προβάδισμα ὡς ὁ πιό ὥριμος ὑποψήφιος– τό 2027.
● Τήν διαμόρφωση τῆς «Διακηρύξεως τῶν Δελφῶν», μίας πρωτοβουλίας πού φιλοδοξεῖ νά ἐπαναφέρει τό πνεῦμα καί τήν δυναμική τῆς ἱστορικῆς Ἀτζέντας τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ 2003.
● Τήν ἐπιτάχυνση στό κλείσιμο τῶν διαπραγματευτικῶν κεφαλαίων καί τήν παράλληλο ἐνίσχυση τῶν περιφερειακῶν ὑποδομῶν, μέ ἔμφαση στά δίκτυα μεταφορῶν καί ἐνεργείας πού συνδέουν τήν Ἑλλάδα μέ τήν εὐρύτερη περιοχή.
Κατά τήν πρόσφατη περιοδεία του σέ Σερβία, Βοσνία-Ἐρζεγοβίνη καί Μαυροβούνιο, ὁ κ. Γεραπετρίτης ἐτόνισε ἐμφατικῶς ὅτι ἡ Εὐρώπη δέν μπορεῖ νά θεωρεῖται πλήρης καί ἀσφαλής χωρίς τήν Σερβία καί τά Δυτικά Βαλκάνια. Τό ἐάν ἡ κάλπη τοῦ Αὐγούστου στό Ρέυκιαβικ θά δώσει τήν ἀπαιτουμένη ὤθηση στήν συνολική ἀτζέντα τῆς διευρύνσεως μένει νά ἀποδειχθεῖ ἐν τοῖς πράγμασι. Τό βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ ἑλληνική διπλωματία παρακολουθεῖ στενά τίς ἐξελίξεις στόν Βορρᾶ, ἕτοιμη νά ἀξιοποιήσει κάθε θετικό μομέντουμ πού θά διευκολύνει τούς ἐθνικούς καί εὐρωπαϊκούς στόχους της γιά τό 2027.



