Πῶς χάθηκε ἡ εὐκαιρία νά ἀλλάξει τό οἰκονομικό DNA τῆς χώρας

Πῶς χάθηκε ἡ εὐκαιρία νά ἀλλάξει τό οἰκονομικό DNA τῆς χώρας

Ἡ κυβέρνηση Μητσοτάκη ἐνδιαφέρθηκε περισσότερο γιά τό μοίρασμα τῶν εὐρωπαϊκῶν κονδυλίων παρά γιά τήν ἀποδοτική ἀξιοποίησή τους

Τό Ταμεῖο Ἀνάκαμψης προστίθεται στή μεγάλη λίστα τῶν χαμένων ἱστορικῶν εὐκαιριῶν τῆς χώρας, καθώς τά βασικά ζητούμενα, ὅπως εἶναι ἡ αὔξηση τῆς παραγωγικότητας καί ὁ εὐρύτερος μετασχηματισμός τῆς οἰκονομίας, δέν ἐπιτυγχάνονται παρά τόν πακτωλό δισεκατομμυρίων πού ἔχουν εἰσρεύσει ἀπό τό 2021 καί μετά.

Ἀπό τήν κυβέρνηση Μητσοτάκη, μέ τή συνεπικουρία τῆς πάντα «πρόθυμης» Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καί ἄλλων φορέων, εἶχαν καλλιεργηθεῖ προσδοκίες ὅτι μέσῳ τῶν πιστώσεων τοῦ Ταμείου Ἀνάκαμψης τό ἐγχώριο παραγωγικό μοντέλο θά ἀλλάξει καί θά ὑπερβοῦμε ὁριστικά τίς «ἁμαρτίες» τοῦ παρελθόντος.

  • Tοῦ Μάκη Ντόβολου

Καί πράγματι, οἱ προϋποθέσεις ἦταν ἄκρως εὐνοϊκές: Ἡ Ἑλλάδα ἔγινε ὁ μεγαλύτερος ἀποδέκτης τοῦ RRF στήν ΕΕ (ὡς ποσοστό τοῦ ΑΕΠ), μέ συνολικές πιστώσεις πού ἀνέρχονται στό 20% τοῦ ΑΕΠ, σέ μιά χώρα πού «διψοῦσε» γιά ἐπενδύσεις, καθώς εἰσῆλθε στήν πανδημία ἔπειτα ἀπό μιά δεκαετῆ οἰκονομική κρίση, μέ παρατεταμένη ὑποεπένδυση, πού εἶχε βλάψει τήν παραγωγική της ἱκανότητα.

Ὅμως, ἡ κυβέρνηση Μητσοτάκη περισσότερο ἐνδιαφερόταν γιά τό μοίρασμα τῶν κονδυλίων σέ «γνωστούς καί φίλους», καί ὄχι γιά τό πῶς αὐτά θά ἀξιοποιοῦνταν μέ τόν καλύτερο δυνατό τρόπο πρός ὄφελος τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας. Ἔτσι, φτάσαμε πέντε χρόνια μετά, ἐν ἔτει 2026, νά ἀντιμετωπίζουμε τά ἴδια προβλήματα καί διαρθρωτικές ἀδυναμίες μέ τίς δομές τῆς οἰκονομίας λίγο πολύ ἀναλλοίωτες. Ἡ Ἑλλάδα ἀπέτυχε νά χρησιμοποιήσει αὐτή τήν ἱστορική εὐκαιρία γιά νά ἀλλάξει τό DNA τῆς οἰκονομίας της. Ἡ ἀνταγωνιστικότητα δέν βελτιώθηκε ὀργανικά καί τό μοντέλο παραμένει εὐάλωτο καί ἐξαρτημένο ἀπό εἰσαγωγές καί παραδοσιακούς κλάδους χαμηλῆς ἐγχώριας προστιθέμενης ἀξίας. Ἐπιπλέον, τά κονδύλια τοῦ Ταμείου Ἀνάκαμψης τελειώνουν καί ἤδη ἐκφράζονται ἀνησυχίες γιά τό ἄν ὑπάρχουν νέα «καύσιμα» προκειμένου νά συντηρήσουν τήν –ἔστω στρεβλή– οἰκονομική μεγέθυνση.

Τά προβληματικά στοιχεῖα τοῦ ἑλληνικοῦ Ταμείου Ἀνάκαμψης ἀναδείχθηκαν σέ συζήτηση που διοργάνωσε τό Κέντρο Ἔρευνας γιά τή Σύγχρονη Ἑλλάδα καί Κύπρο τοῦ London School of Economics, μέ συντονιστή τόν Βασίλη Μοναστηριώτη, διευθυντή τοῦ κέντρου, καί στήν ὁποία συμμετεῖχαν ἡ Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια Ἐρευνῶν τῆς diaNEOsis, ὁ Νῖκος Μαντζούφας, συνεργάτης στήν EY Parthenon, πρῶτος διοικητής τοῦ Ταμείου Ἀνάκαμψης καί Ἀνθεκτικότητας τῆς Ἑλλάδας, ὁ Γιῶργος Πετράκος, καθηγητής στό Τμῆμα Μηχανικῶν, Χωροταξίας καί Περιφερειακῆς Ἀνάπτυξης τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, καί ὁ Ἀντώνης Μπαρτζώκας, καθηγητής Οἰκονομικῶν στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καί ἐρευνητικός συνεργάτης στό LSE.

Ἡ Φαίη Μακαντάση καί ὁ Γιῶργος Πετράκος ἔδειξαν καί τήν «ἄλλη πλευρά τοῦ φεγγαριοῦ», δηλαδή τά κακῶς κείμενα τοῦ σχεδιασμοῦ καί τῆς ἐκτέλεσης τοῦ Ταμείου Ἀνάκαμψης, τά ὁποῖα μποροῦν νά συνοψιστοῦν στά ἑξῆς:

► Ἡ πραγματική ἀποτίμηση εἶναι λιγότερο θριαμβευτική ἀπό ὅ,τι παρουσιάζεται, καθώς σημαντικό μέρος τῶν πόρων κατευθύνθηκε σέ δράσεις χωρίς ἰσχυρό παραγωγικό ἤ ἀναπτυξιακό ἀποτύπωμα, ὅπως ἡ χρηματοδότηση ἐκκρεμῶν χειρουργείων, τό πρόγραμμα «Σπίτι μου 2», γιά ἀγορά καί ὄχι κατασκευή πρώτης κατοικίας, καί ὁριζόντιες δαπάνες δημοσιότητας ἤ τεχνικῆς ὑποστήριξης.

► Τό RRF ἐκσυγχρονίζει ἁπλῶς τό ὑφιστάμενο μοντέλο (κατασκευές, ἐνέργεια, τουρισμός, real estate), κάνοντάς το πιό πράσινο καί ἔξυπνο, ἀλλά δέν ἀλλάζει ριζικά τό παραγωγικό μοντέλο τῆς χώρας, καθώς ἡ ἐπίδραση στή μεταποίηση, στήν ἔρευνα καί ἀνάπτυξη, καί στίς μικρές ἐπιχειρήσεις παραμένει πολύ ἀσθενής.

► Ὑπῆρξε ὁριζόντια καί κατακερματισμένη ἡ προσέγγιση τῆς ψηφιακῆς μετάβασης σέ δεκάδες μικρά ἔργα, vouchers καί συστήματα διαχείρισης πού δέν ἐπέτρεψαν τή δημιουργία μιᾶς κρίσιμης μάζας ἐπενδύσεων σέ στρατηγικούς τομεῖς.

► Τό δανειακό σκέλος διοχετεύτηκε ἀποκλειστικά στόν ἰδιωτικό τομέα μέσῳ τραπεζῶν, γεγονός πού περιόρισε τόν κίνδυνο παραγκωνισμοῦ τῶν ἰδιωτικῶν ἐπενδύσεων, ἀπό τή μία πλευρά, ἀλλά ἀπέκλεισε μικρές ἤ ἀφερέγγυες ἐπιχειρήσεις πού δέν εἶχαν πρόσβαση στό χρηματοπιστωτικό σύστημα, ἀπό τήν ἄλλη.

► Ἡ ἀνάπτυξη στήν Ἑλλάδα τά τελευταῖα χρόνια εἶναι κυρίως ἐκτατική (extensive) παρά ἐντατική (intensive), καθώς βασίζεται στήν αὔξηση τῶν εἰσροῶν (μείωση ἀνεργίας, ἀξιοποίηση ἀδρανοῦς κεφαλαίου), καί ὄχι σέ πραγματική βελτίωση τῆς συνολικῆς παραγωγικότητας καί σέ τεχνολογική ἀναβάθμιση πού θά ἐξασφάλιζε μακροχρόνια δυναμική.

► Ὁ συγκεντρωτικός σχεδιασμός βελτίωσε ὁριακά τήν ἀπορρόφηση καί ἔγινε εἰς βάρος τῆς δημόσιας διαβούλευσης καί τῆς συμμετοχῆς τοπικῶν φορέων καί κοινωνικῶν ἑταίρων.

► Ἡ ἀπουσία συγκεκριμένων περιφερειακῶν στόχων στό RRF ἐνδέχεται νά διευρύνει τίς περιφερειακές ἀνισότητες.

► Ὁ πολλαπλασιαστής τῶν ἐπενδύσεων τοῦ Ταμείου Ἀνάκαμψης εἶναι ἀδύναμος. Καθώς ἡ Ἑλλάδα δέν παράγει ἡ ἴδια τήν τεχνολογία ἤ τόν βαρύ ἐξοπλισμό πού ἀπαιτεῖται γιά τήν πράσινη καί ψηφιακή μετάβαση, ἕνα πολύ μεγάλο ποσοστό τῶν χρημάτων πού δαπανήθηκαν «διέρρευσε» ἀμέσως στό ἐξωτερικό, μέσῳ εἰσαγωγῶν σέ ἀναπτυγμένες ξένες οἰκονομίες, ἀντί νά στηρίζει τήν ἐγχώρια παραγωγική βάση.

► Τό πρόγραμμα προσέκρουσε στά ἴδια δομικά προβλήματα πού ἱστορικά ταλανίζουν τά δημόσια ἔργα στήν Ἑλλάδα καί ἐπιβράδυναν τήν ὑλοποίηση τῶν ἐπενδύσεων. Τά προβλήματα αὐτά ἦταν: α) Δικαστικές καθυστερήσεις στίς δημόσιες συμβάσεις. Οἱ νομικές διαμάχες μεταξύ τῶν ἀναδόχων «πάγωσαν» κρίσιμα ἔργα, στερῶντας τους πολύτιμο χρόνο μέσα στό ἤδη πιεστικό 5ετές χρονοδιάγραμμα τοῦ RRF. β) Οἱ γραφειοκρατικές διαδικασίες γιά τήν ἔκδοση περιβαλλοντικῶν ἀδειῶν, πολεοδομικῶν ἐγκρίσεων καί ἀλλαγῶν στίς χρήσεις γῆς ἀποτέλεσαν τεράστια τροχοπέδη.

Ὅπως ἐπισημάνθηκε, οἱ διαδικασίες αὐτές ἀπαιτοῦν συχνά ἀπό τρία ἕως τέσσερα χρόνια γιά νά ὁλοκληρωθοῦν, χρονικό διάστημα ἀπαγορευτικό γιά ἕνα πρόγραμμα μέ αὐστηρή ἡμερομηνία λήξης. γ) Ἔλλειψη διυπουργικοῦ συντονισμοῦ: Ἡ Δημόσια Διοίκηση ἐμφάνισε σημαντική ἀδυναμία συντονισμοῦ κάθε φορά πού ἡ ὑλοποίηση ἑνός σύνθετου ἔργου ἀπαιτοῦσε τή συνεργασία καί τή συνέργεια μεταξύ πολλῶν διαφορετικῶν ὑπουργείων. Τά στεγανά τῶν ὑπουργείων λειτούργησαν εἰς βάρος τῆς ταχύτητας καί τῆς εὐελιξίας.

Οἱ χρόνιες ἀδυναμίες ἀπειλοῦν τήν ἀναπτυξιακή πορεία

Σέ στελέχη τῆς ἀγορᾶς ὅσο καί σέ ἀναλυτές ὑπάρχει ἀνησυχία γιά τήν ἑπόμενη ἡμέρα τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, καθώς τά βασικά δομικά προβλήματα δέν ἀντιμετωπίστηκαν, ἐνῷ ἀναζητοῦνται ἀκόμη τά μεγάλα χρηματοδοτικά πακέτα πού θά συντηρήσουν μιά ἀξιόλογη ἀναπτυξιακή δυναμική.

Αὐτήν τήν ἀνησυχία δέν θά μποροῦσε νά τήν ἐκφράσει πιό καθαρά τό Ἑλληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο στήν ἐαρινή του ἔκθεση. Ὅπως ἐπισημαίνει, «ἡ σημαντική βελτίωση πού ἔχει καταγραφεῖ στά περισσότερα μακροοικονομικά μεγέθη δέν ἔχει ἐξαλείψει τίς χρόνιες μακροοικονομικές καί διαρθρωτικές ἀνισορροπίες. Ἡ ἑλληνική οἰκονομία ἐξακολουθεῖ νά χαρακτηρίζεται ἀπό σχετικά ὑψηλή ἀνεργία εἰδικά στούς νέους, ὑψηλό δημόσιο καί ἐξωτερικό χρέος, ὑψηλά ἐλλείμματα στό ἰσοζύγιο τρεχουσῶν συναλλαγῶν, χαμηλή παραγωγικότητα καί χαμηλά ποσοστά ἰδιωτικῆς ἀποταμίευσης. Ὑπάρχει, ἐπίσης, ἀβεβαιότητα γιά τό ποιοί θά εἶναι οἱ μοχλοί ἀνάπτυξης μεσοπρόθεσμα μετά τό πέρας τῆς ἐνίσχυσης ἀπό τό ΤΑΑ». Ἐπιπλέον, ἡ ἀνάλυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσιονομικοῦ Συμβουλίου γιά τίς συνιστῶσες τοῦ ΑΕΠ τό 2025 ἔρχεται νά ἐπιβεβαιώσει τίς ἀπόψεις πού διατυπώθηκαν στή συζήτηση πού πραγματοποιήθηκε στό LSE.

Εἰδικότερα:

► Ἱστορικά, ἡ ἰδιωτική κατανάλωση ἀποτελεῖ τή βασική συνιστῶσα τοῦ ἑλληνικοῦ ΑΕΠ, ἀντιπροσωπεύοντας περίπου τά δύο τρίτα τῆς συνολικῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας (67,8% τοῦ ΑΕΠ τό 2025). Τό χαρακτηριστικό αὐτό παραμένει ἐμφανές σέ ὁρίζοντα εἰκοσαετίας, παρά τή σημαντική ὑποχώρηση κατά τήν οἰκονομική κρίση καί τή σταδιακή ἀνάκαμψη τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἡ ὑψηλή συμμετοχή τῆς κατανάλωσης ἀντανακλᾶ τή διαχρονική ἐξάρτηση τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας ἀπό τήν ἐγχώρια ζήτηση.

► Ἡ Ἑλλάδα ἐξακολουθεῖ νά ἐμφανίζει διαχρονικά ἀρνητική συμβολή τῶν καθαρῶν ἐξαγωγῶν ἀγαθῶν καί ὑπηρεσιῶν. Αὐτό δείχνει ὅτι ἡ ἄνοδος τῆς ἐγχώριας ζήτησης συνοδεύεται ἀπό ὑψηλή εἰσαγωγική ἐξάρτηση, περιορίζοντας τή συμβολή τοῦ ἐξωτερικοῦ τομέα. Παρ᾿ ὅτι ἡ ἐξαγωγική ἐπίδοση ἔχει ἐνισχυθεῖ, κυρίως μέσῳ ὑπηρεσιῶν καί τουρισμοῦ, ἡ ἰσχυρή ζήτηση γιά εἰσαγωγές παραμένει βασικό χαρακτηριστικό τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας.

► Ὁ ἀκαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου κατέγραψε αὔξηση κατά 8,9% τό 2025, ἐνῷ προβλέπεται αὔξηση κατά 7,1% γιά τό 2026, μέ βασικό μοχλό τό Ταμεῖο Ἀνάκαμψης. Ὅμως ἡ ἔκθεση ἐπισημαίνει ὅτι, πέραν τῆς διατήρησης τοῦ ὑψηλοῦ ρυθμοῦ ἀπορρόφησης τῶν πόρων τοῦ μηχανισμοῦ, ἀπαιτεῖται προσεκτική ἀξιολόγηση τῶν ποιοτικῶν χαρακτηριστικῶν τῶν χρηματοδοτούμενων ἐπενδύσεων, προκειμένου νά ἐκτιμηθοῦν ἡ ἀποδοτικότητά τους καί ὁ πολλαπλασιαστικός τους ἀντίκτυπος στήν οἰκονομία.

Σέ ἀνάλογες ἀνησυχητικές διαπιστώσεις καταλήγει καί ἡ ἐτήσια ἔκθεση τοῦ ΙΝΕ ΓΣΕΕ. Εἰδικότερα, ἡ ἑλληνική οἰκονομία, συγκριτικά μέ τόν εὐρωπαϊκό μέσο ὅρο, διατηρεῖ διαχρονικά ἰσχυρό προσανατολισμό στόν τριτογενῆ τομέα. Ἡ συμμετοχή τοῦ τομέα τῶν ὑπηρεσιῶν στήν Ἀκαθάριστη Προστιθέμενη Ἀξία αὐξάνεται ἀπό 78,6% σέ 80,3% τήν περίοδο 2009-2019, ἐνῷ τό 2025 καταγράφει 78,3%, ἐπίπεδο ἀρκετά ὑψηλότερο (5 ποσοστιαῖες μονάδες) σέ σχέση μέ τήν ΕΕ.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ δευτερογενής τομέας καταλαμβάνει σχετικά μικρό τμῆμα τῆς συνολικῆς παραγωγῆς. Τό 2025 ἡ συμβολή τοῦ τομέα, ἄν καί ἐξακολουθεῖ νά ὑπολείπεται σημαντικά τῆς ΕΕ (κατά 7 ποσοστιαῖες μονάδες), διαμορφώνεται πλέον σέ 17,7%, δηλαδή κοντά στό πρό κρίσης ἐπίπεδό του. Ἀντίθετα, ὁ πρωτογενής τομέας διατηρεῖ μεγαλύτερο βάρος στήν ἑλληνική οἰκονομία συγκριτικά μέ τήν ΕΕ. Ἡ συμμετοχή τῶν ἀγροτικῶν δραστηριοτήτων ἐνισχύεται ὁριακά σέ σχέση μέ τό 2009 (3,3%) καί φτάνει στό 4,1% τό 2025, ἔναντι 1,8% στήν ΕΕ.

Συνολικά, παρά τήν ἀνάκαμψη ὁρισμένων μακροοικονομικῶν δεικτῶν, τό παραγωγικό σύστημα ἐξακολουθεῖ νά χαρακτηρίζεται ἀπό χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη βιομηχανική βάση, ὑψηλή ἐξάρτηση ἀπό ὑπηρεσίες χαμηλῆς ἤ μεσαίας προστιθέμενης ἀξίας, περιφερειακές ἀνισότητες καί ἀνεπαρκῆ ἐνσωμάτωση τεχνολογίας καί καινοτομίας στήν παραγωγική διαδικασία. Ἡ ὑστέρηση τῶν παραγωγικῶν ἐπενδύσεων, ἰδιαίτερα σέ μηχανολογικό ἐξοπλισμό, ἔρευνα καί ἀνάπτυξη καί ψηφιακό μετασχηματισμό, περιορίζει τή δυνατότητα τῆς οἰκονομίας νά μεταβεῖ σέ ἕνα πιό ἀνθεκτικό, ἐξωστρεφές καί ποιοτικά ἀναβαθμισμένο μοντέλο ἀνάπτυξης.

Τό ΔΝΤ προειδοποιεῖ ὅτι δέν ὑπάρχουν εὔκολες λύσεις

Τό Ταμεῖο Ἀνάκαμψης δέν εἶναι ἡ μαγική λύση πού θά λύσει τά οἰκονομικά προβλήματα τῆς Ἑλλάδας καί τίς ἐξωτερικές ἀνισορροπίες, ἰδιαίτερα ἄν δέν συνοδευτεῖ ἀπό τίς κατάλληλες ἐγχώριες πολιτικές, ἐπισημαίνει ἐρευνητική ἐργασία τοῦ ΔΝΤ μέ τίτλο «No Quick Fix: The Recovery and Resilience Plan and External Position in Greece».

Ὅπως σημειώνεται, ἡ τελική ἐπιτυχία τοῦ Ταμείου Ἀνάκαμψης ἐξαρτᾶται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τίς συνοδευτικές ἐσωτερικές πολιτικές. Ἐάν ἡ δημοσιονομική πολιτική γίνει ὑπερβολικά ἐπεκτατική (διοχετεύοντας τό δημοσιονομικό μέρισμα σέ φορολογικές περικοπές ἀντί γιά μείωση τοῦ χρέους), ἡ βελτίωση τῆς ἐξωτερικῆς οἰκονομικῆς θέσης τῆς χώρας (ἰσοζύγιο πληρωμῶν καί καθαρή διεθνής ἐπενδυτική θέση) μπορεῖ νά μειωθεῖ σημαντικά. Ὁμοίως, ἐάν τά νοικοκυριά αὐξήσουν σημαντικά τόν δανεισμό τους ἐν ἀναμονῇ μελλοντικῶν κερδῶν εἰσοδήματος (διευκολυνόμενη ἀπό χαλαρότερες μακροπροληπτικές πολιτικές), τά ὀφέλη τοῦ RRP θά ὑπονομευτοῦν. Αὐτά τά εὑρήματα ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τήν ἄποψη ὅτι τό RRP ἀποτελεῖ ἐγγυημένη λύση γιά τίς ἐξωτερικές ἀνισορροπίες τῆς Ἑλλάδας καί, ἀντίθετα, ὑπογραμμίζουν τόν κρίσιμο ρόλο τῶν συνετῶν δημοσιονομικῶν καί μακροπροληπτικῶν πολιτικῶν στή διασφάλιση ὅτι τό RRP/RRF μειώνει βιώσιμα τίς ἐξωτερικές εὐπάθειες τῆς Ἑλλάδας.

Ἐπίσης ἡ ἀνάλυση δίνει ἰδιαίτερη σημασία στήν αὔξηση τῶν ἰδιωτικῶν ἀποταμιεύσεων στήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖες παραμένουν χαμηλές, προκειμένου νά βελτιωθεῖ ἡ οἰκονομική θέση τῆς χώρας καί νά χρηματοδοτηθοῦν οἱ ἐπενδύσεις ἀπό ἐσωτερικούς πόρους καί ὄχι ἀπό ἐξωτερικό δανεισμό. Ἐπιπλέον, ἡ Ἑλλάδα θά μποροῦσε νά ἐπωφεληθεῖ ἀπό τήν εἰσροή ξένων κεφαλαίων πού θά κατευθυνθοῦν ὅμως πρός παραγωγικές ἐπενδύσεις καί ὄχι ἁπλῶς σέ ἐξαγορές/συγχωνεύσεις. Δεδομένου τοῦ κρίσιμου ρόλου τῶν ἄμεσων ξένων ἐπενδύσεων στή μεταφορά τεχνολογίας, ἡ θέσπιση στοχευμένων κινήτρων σέ στρατηγικούς τομεῖς ὅπως ἡ μεταποίηση, οἱ Ἀνανεώσιμες Πηγές Ἐνέργειας καί ἡ ἔρευνα καί ἀνάπτυξη θά μποροῦσε νά εἶναι ἀποτελεσματική γιά τή βελτίωση τοῦ ἰσοζυγίου τρεχουσῶν συναλλαγῶν μακροπρόθεσμα.














Advertisement 4

Κεντρικό θέμα