Αὐτές τίς ἡμέρες, θυμᾶμαι τήν σπουδαία Ἑλένη Βλάχου, τήν μοναδική ἀπό τούς ἐκδότες πού ἔκλεισε τίς ἐφημερίδες της τήν 21η Ἀπριλίου, τό ἔσκασε ἀπό τό παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ της καί πέρασε τήν Ἑπταετία ἐξόριστη στό Λονδῖνο.
Θά σᾶς διηγηθῶ τήν πρόσληψή μου στήν ἐφημερίδα της.
Στίς ἕντεκα παρά πέντε δρασκέλισα τήν πόρτα. «Μέ περιμένει ἡ κυρία Βλάχου» εἶπα στό θυρωρεῖο καί ἀνέβηκα στόν ἕβδομο.
Παρατηροῦσα τό γραφεῖο της ἀπό τήν ἀνοιχτή πόρτα. Μιά μαύρη γάτα ἦταν κουλουριασμένη σ’ ἕναν πύργο ἀπό βιβλία κι ἔγλειφε τά πόδια της. Ἄλλες δυό ἔπαιζαν μέ ἕνα κουβάρι. Ἡ κυρία Βλάχου, ντυμένη στά γκρί-νουάρ, σήκωσε τά μάτια, κατέβασε τά γυαλιά της καί μοῦ ἔκανε νόημα νά μπῶ.
Ἦταν μιά γυναῖκα πού στό σινεμά θά μποροῦσε νά ὑποδυθεῖ μόνο ἡ Μέριλ Στρίπ! Μάτια ἔξυπνα, ντύσιμο ἐξαιρετικά κομψό, γραφεῖο μέ τό κάθε τι νά ταιριάζει μέ τά ὑπόλοιπα, μυρωδιά ἐλαφρά ἀρωματική, ἀνάμικτη μέ τήν ὀσμή τῶν βιβλίων καί τοῦ δημοσιογραφικοῦ χαρτιοῦ.
«Καθίστε, παρακαλῶ», μοῦ εἶπε. Κάθισα, σχεδόν τρακαρισμένος, στήν καρέκλα, ἀπέναντί της.
«Νά σᾶς συστήσω τόν Τούτου», εἶπε καί ἔδειξε μέ τό κατάλευκο χέρι της τόν κατάμαυρο γάτο πού καθόταν στό γραφεῖο της. «Τόν βάφτισα Τούτου, ἐπειδή εἶναι μαῦρος, σάν τόν ἐπίσκοπο τῆς Ν. Ἀφρικῆς, πού μάχεται κατά τοῦ ρατσισμοῦ στή Νότιο Ἀφρική» συνέχισε, χωρίς νά σηκώσει τά μάτια ἀπό τούς «Times» πού διάβαζε.
Εἶχα ἐπιλέξει νά φορέσω, γιά τό ραντεβοῦ μέ τήν Κυρία, γκρί πανταλόνι «φανέλα», μαῦρες κάλτσες, μαῦρα, καλογυαλισμένα παπούτσια, μαύρη ζώνη, θαλασσί πουκάμισο, κόκκινη γραβάτα καί μαῦρο σταυρωτό μπλέιζερ μέ χρυσόχρωμα «μαρίν» κουμπιά. Εἶχα φορέσει γιά γούρι καί τά χρυσᾶ μανικετόκουμπα τοῦ πατέρα μου. Ὄχι ἀκριβά ροῦχα, ἀλλά καλοσιδερωμένα πεντακάθαρα.
Ἡ «Κυρά» χάιδεψε τόν Τούτου, ἐκεῖνος ρονρόνισε χαδιάρικα καί ἐκείνη σήκωσε, ἐπί τέλους, τά μάτια. Μέ κοίταξε, χωρίς μιλάει, ἀπό τήν κορυφή ὥς τά νύχια, ἀρκετές φορές.
«Οἱ κάλτσες σας δένουν ἀπόλυτα μέ τό σακάκι σας. Τά μανικετόκουμπά σας εἶναι “ἀντίκ”. Μοῦ κάνετε!» εἶπε καί μοῦ ἔκανε νόημα νά φύγω!
Στόν διάδρομο, βαδίζοντας πρός τόν παλαιό, ξύλινο ἀνελκυστῆρα, παραπατοῦσα. Πρώτη φορά ἄκουγα νά προσλαμβάνεται κάποιος γιά τίς κάλτσες του! Κι ὁ «κάποιος» ἤμουν ὁ ἴδιος! Ποῦ νά τό πῶ; Δέν θά μέ πιστέψει κανείς!…
Ὅταν ἀπεβίωσε ἡ «Κυρά», ἔγραψα στήν στήλη μου στήν ἐφημερίδα, ἀπό τήν ὁποία ἡ ἐκλιποῦσα εἶχε οἰκειοθελῶς ἀποσυρθεῖ, τό περιστατικό τῆς προσλήψεώς μου. Συμπλήρωσα, ὅμως, ὅσα μοῦ εἶχε πεῖ ὁ Μίμης Παπαναγιώτου, ὅταν μοῦ διηγήθηκε πῶς σφραγίσθηκε ἡ συμφωνία μέ τήν Lady.
«Ἄκουσε. Ἡ “Κυρά” ἐμπιστεύεται τήν κρίση τῶν διευθυντῶν της. Ἀπό τήν στιγμή πού ἐγώ σέ ἐνέκρινα ἀπό δημοσιογραφική ἄποψη, ἐκείνη ἔπρεπε νά σέ κρίνει αἰσθητικά. Ἄν “κολλᾶς”, δηλαδή, μέ τήν αἰσθητική τῆς ἐφημερίδας!»
Οἱ παλαιότεροι μοῦ ἔλεγαν ὅτι ἡ κυρία Ἑλένη δέν εἶχε πλέον τήν σβελτάδα πού τή χαρακτήριζε πρίν κλείσει τίς ἐφημερίδες της καί φύγει, ἀμέσως μετά τήν ἐπιβολή τῆς δικτατορίας.
Ἑπτά χρόνια αὐτοεξόριστη στό Λονδῖνο, γύρισε πίσω, βέβαιη ὅτι ἡ κληρονομιά πού τῆς ἄφησε ὁ πατέρας της θά μποροῦσε ἄνετα νά ἐπαναλειτουργήσει καί νά ἔχει τήν ἴδια ἀνταπόκριση στήν κοινή γνώμη.
Ἡ κοινωνία, ὅμως, εἶχε ἀλλάξει. Κι ὅπως ἔχει πεῖ ὁ Διονύσης, «μετά τή χούντα, ἄν δέν ἤσουν ἀριστερός, δέν ἔβγαζες οὔτε γκόμενα!». Ἡ ἐφημερίδα, ὅμως, ἦταν ἡ πρώτη σέ κῦρος καί ἀποδοχή…

