Ἀνεβαίνω, πού λέτε, στόν ἕκτο ὄροφο τοῦ κτηρίου τῆς Στοᾶς Σπύρου Μήλιου, γιά τήν παρουσίαση ἑνός ἀκόμη πολύ καλοῦ βιβλίου τῆς φιλτάτης Ἑλένης Λετώνη, πού ἀναφέρεται στόν Βασιλέα Γεώργιο τόν Α΄, ὁ ὁποῖος μᾶς ἦλθε ἐκ Δανίας σέ ἡλικία 17 ἐτῶν καί ἐβασίλευσε μέχρι τά 67 του, ὁπότε καί ἐδολοφονήθη!
Ὁ θεσμός τῆς βασιλείας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀλληλένδετος μέ τήν νεοελληνική Ἱστορία, ἀσχέτως τοῦ τί πιστεύει ὁ καθείς καί πῶς διάκειται ἀπέναντί του, ἔχει κακοποιηθεῖ ἀπό τούς ἱστορικούς (κατά τήν δική μου ἄποψη, χωρίς νά εἶμαι ὀπαδός) καί τούς πολιτικούς, λόγῳ τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν, μέ κορύφωση τήν ἀφαίρεση τῆς ἰθαγενείας ἀπό τήν οἰκογένεια τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Β΄, ἐπί Κυβερνήσεως Ἀνδρέα Παπανδρέου, τό 1994.
Αὐτά, ὅμως, εἶναι μιά ἄλλη ἱστορία, ὄχι τῆς παρούσης στιγμῆς.
Τελείωσε, λοιπόν, ἡ παρουσίαση καί μέ τόν συνάδελφο πού εἴχαμε πάει μαζί καθίσαμε σέ ἕνα ἀπό τά τραπεζάκια, ἔξω ἀπό τήν εἴσοδο τῆς Στοᾶς, ἡ ὁποία σήμερα ἀποκαλεῖται «Σίτι-Λίνκ». Παραγγείλαμε ἕνα «Ἀπερόλ» καί ἕνα ἀνθρακοῦχο νερό (μᾶς ἔφεραν ἰταλικό) καί ἀρχίσαμε νά συζητοῦμε τά δικά μας, τά πολιτικο-δημοσιογραφικά.
Καθώς συζητούσαμε, ἔβλεπα «κάτι σκιές» νά περνοῦν ἀνά τακτά διαστήματα, πολύ κοντά μου. Σκιές μικροῦλες, πού ἔσβηναν πολύ γρήγορα, μέ μεγάλη ταχύτητα. Μιά-δυό-τρεῖς, στήν ἄκρη τῶν ματιῶν, ἀποφάσισα νά προσηλώσω τό βλέμμα καί νά καταλάβω τί ἀκριβῶς συνέβαινε.
Ἐκεῖ, λοιπόν, στό ἀπόλυτο κέντρο τῶν Ἀθηνῶν, ἀπέναντι ἀκριβῶς στίς «πίσω πόρτες» ἑνός ἐκ τῶν ἀκριβοτέρων καί πολυτελεστέρων ξενοδοχείων τῆς πόλεως, ἀπό τό κάθισμα ἑνός καταστήματος πού χρεώνει ἕνα «Ἀπερόλ» καί ἕνα «Πελεγκρίνο» εἰκοσιδύο εὐρώ, ἄρχισα νά μετρῶ… ποντίκια!
Ναί, σέ ἕνα ἀπό τά πιό ἀκριβά σημεῖα τῶν Ἀθηνῶν, στόν πεζόδρομο τῆς Βουκουρεστίου, δυό βήματα ἀπό τοῦ «Ζώναρς» (εἴμεθα τῆς παλαιᾶς σχολῆς), μετροῦσα τά ποντίκια, πού ἔτρεχαν ἀστραπιαῖα ἀπό κάποια σημεῖα τῆς Στοᾶς Σπύρου Μήλιου καί χώνονταν κάτω ἀπό τό ξύλινο βάθρο, ἐπί τοῦ ὁποίου ἀραδιάζονται τραπεζάκια, σερβίρονται φαγητά καί πληρώνεις «τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς σου».
Φώναξα τόν σερβιτόρο. «Τά ἔχεις δεῖ τά ποντίκια;». «Καί βέβαια! Ἔχουμε κάνει μυοκτονία, ἔχουμε κάνει τά πάντα, ἀλλά νομίζω ὅτι πρέπει νά λάβει τά μέτρα του ὁ Δῆμος» μοῦ ἀπαντᾶ. «Καλά, δέν ἔχει σκεφθεῖ ὁ ἰδιοκτήτης ὅτι δέν μπορεῖ νά λειτουργεῖ ἕνα κατάστημα μέ τά ποντίκια νά κυκλοφοροῦν ἀνεμπόδιστα; Δέν ντρέπεται κανείς;» ἐρωτῶ. «Τί νά σᾶς πῶ, κύριε; Ἐμεῖς σέ εἴκοσι λεπτά κλείνουμε» μοῦ λέει. Ἡ ὥρα ἦταν ἐννέα παρά εἴκοσι, βραδάκι.
Ἐκείνη τήν στιγμή ἀκούγεται «ἀχός βαρύς» καί ἐνσκήπτει ἀπορριμματοφόρο, θορυβωδέστατο, ἀράζει ἔξω ἀπό τήν «πίσω πόρτα» τοῦ μεγαλοπρεποῦς ξενοδοχείου καί ἀρχίζει ἡ ἀποκομιδή τῶν ἀπορριμμάτων!
Στήν Ἀθήνα τοῦ 2026, στόν πεζόδρομο τῆς Βουκουρεστίου, στά ὀπίσθια τῶν μεγάλων πολυτελῶν ξενοδοχείων, κάνουν πάρτυ «δέκα ποντικοί μουτζοῦροι κι ἄλλοι τρεῖς ἀλευρομοῦροι», πού ἔλεγε τό τραγουδάκι πού μαθαίναμε στό Δημοτικό σχολεῖο.
Μέχρι τίς ἐννέα, πού σηκωθήκαμε νά φύγουμε, μέτρησα τριάντα «γιουργούσια» ποντικιῶν, ἀπό τήν στοά στά ἔγκατα τοῦ ξύλινου βάθρου. Τριάντα ποντικοί γιά εἰκοσιδύο εὐρώ! Ἄχ, Ἀθήνα… διαμαντόπετρα!

