Ἐπιτρέψτε μας νά παραμένουμε πιστοί στήν «Σχολή Ἑλένης Βλάχου», στήν ὁποία «φοιτήσαμε» ἀπό τίς ἀρχές τῆς Μεταπολιτεύσεως μέχρι τήν ἀποχώρηση τῆς «μεγάλης κυρίας» ἀπό τήν ἐνεργό δράση.
Ἦταν μιά «Σχολή» πού δέν φημιζόταν γιά τά πλούτη ἤ τίς τεράστιες κυκλοφορίες τῶν ἐκδόσεών της, ἀλλά γιά τό κῦρος, τήν ποιότητα καί, κυρίως, γιά τήν ὑπευθυνότητα μέ τήν ὁποία ἀντιμετώπιζε ὅλα τά θέματα καί τόν παλμό τῆς κοινωνίας.
Θά θυμηθοῦμε, ἁπλῶς, ὅτι κάθε ἡμέρα, μέχρι νά καθίσεις στό γραφεῖο σου, στό ὄμορφο κτήριο τῆς ὁδοῦ Σωκράτους, χαιρετοῦσες τόν Κωνσταντῖνο Καλλιγᾶ, τόν Ἀνδρέα Φραγκιᾶ, τόν Ντῖνο Τσαλόγλου, τόν Δημήτρη Παπαναγιώτου, τόν Στάμο Ζούλα, τόν Βαγγέλη Μπίστικα, τόν Μιχάλη Σταματελᾶτο, τόν Κυριάκο Κορόβηλα καί ἄλλους σπουδαίους δημοσιογράφους, πού ἐνέπνεαν σεβασμό, ἀλλά καί δέος, σέ ἐμᾶς τούς –τότε– νέους στόν χῶρο.
Ἡ Βλάχου, λοιπόν, τό 1974, διορίσθηκε ἀπό τόν –προσωπικό της φίλο– Κωνσταντῖνο Καραμανλῆ «βουλευτής Ἐπικρατείας». Τό 1977, δέν ἦταν ὑποψήφια στίς ἐκλογές καί –ὅπως μᾶς ἔλεγε– αἰσθάνθηκε «ἀνακούφιση», καθώς στήν Βουλή «δέν εἶχε νά προσφέρει περισσότερα ἀπό ὅ,τι ὡς δημοσιογράφος». Ἔτσι, ἐπέστρεψε στό γραφεῖο της, μέ τίς γάτες καί τά βιβλία της, καί συνέχισε νά ἀρθρογραφεῖ πότε ὡς «Ε», πότε ὡς «Ἄννα Κόντου» καί σπανίως μέ τό ὄνομά της…
Ὅταν, λοιπόν, τό 1981, τό ΠΑΣΟΚ βρισκόταν πρό τῶν πυλῶν τῆς ἐξουσίας, στήν καθιερωμένη σύσκεψη, εἶπε στούς συνεργάτες της: «Θά κερδίσει ὁ Παπανδρέου, διότι καλλιεργεῖ ἐκεῖνο πού πάντα φέρνει ἀποτελέσματα. Τήν ἐλπίδα, δηλαδή τό “κάτι πρέπει νά ἀλλάξει”». Καί τό κύριο ἄρθρο τῆς ἐφημερίδας, τήν Δευτέρα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1981, μιλοῦσε ἀκριβῶς γιά τήν «ἐλπίδα», στήν ὁποία βασίσθηκε ὁ Ἀνδρέας Παπανδρέου καί στήν ὁποία πίστεψε ὁ κόσμος, ἔπειτα ἀπό δυό θητεῖες κυβερνήσεων τῆς Νέας Δημοκρατίας τοῦ Καραμανλῆ.
Ἡ Βλάχου ποτέ δέν ἀντιμετώπισε τό ΠΑΣΟΚ ὡς «δεξιά» ἤ ὡς «ἀντίπαλος». Τό ἀντιμετώπισε ὡς Κυβέρνηση, ἀσκῶντας κριτική στά ὅρια τῆς δημοκρατικότητος καί μέ γνώμονα τό ἐθνικό συμφέρον. Ποτέ, ὅμως, δέν ἔπαυε νά τονίζει ὅτι «ὁ Παπανδρέου ἐπένδυσε στήν ἐλπίδα, ἀλλά εἶναι λάθος νά πιστεύουμε ὅτι ἡ ἐλπίδα πεθαίνει τελευταία»…
Ἡ πορεία τοῦ ΠΑΣΟΚ ἔδειξε ὅτι καί ἡ ἐλπίδα πεθαίνει καί πολλές φορές σύρεται στά τάρταρα, ὅπως ἔγινε μέ τά ποσοστά πού συγκέντρωσε τό κόμμα μετά τήν τραγωδία πού ἄρχισε μέ τό Καστελλόριζο.
Φυσικά, οὐδείς μπορεῖ νά ἀποκλείσει τήν «ἐλπίδα» ἀπό τήν ζωή. «Dum spiro spero» μαθαίναμε στό Γυμνάσιο καί ὅλοι γνωρίζουμε πολύ καλά ὅτι χωρίς τήν ἐλπίδα δέν μπορεῖς νά δεῖς τό αὔριο μέ αἰσιοδοξία.
Τό πρόβλημα, ὅμως, ἀρχίζει ἀπό τήν στιγμή πού ἡ ἐλπίδα γίνεται «καραμέλα» στήν πολιτική ζωή καί τήν ἐπαγγέλλονται (καί τήν χρησιμοποιοῦν) πολλοί.
Αὐτή τήν ἐποχή, μιά ἐποχή πού γεννᾶ νέους κομματικούς σχηματισμούς, σέ μιά χώρα πού ἀναπτύχθηκε μέσα ἀπό τόν δικομματισμό, ἡ ἐλπίδα ἀκούγεται πάλι δυνατά, ὄχι μόνο ὡς σύνθημα, ἀλλά καί ὡς «δόλωμα» γιά ἕνα ἀκροατήριο πού «δέν θέλει νά ἀκούει τά ἴδια, ἀπό τούς ἴδιους».
Τό πλῆθος, πάντως, «δέν ἦταν ἐκεῖ», ὅπως, ἐπιτυχημένα, ἔγραψε χθές μιά ἐφημερίδα…

