Γιά μιάν Ακόμη φορά, κατά τήν τελευταία συνάντηση τοῦ Ντόναλντ Τράμπ μέ τόν Γενικό Γραμματέα τοῦ ΝΑΤΟ Μάρκ Ροῦτε, ἐτέθη τό ἐάν καί κατά πόσον οἱ ΗΠΑ θά παραμείνουν στό ΝΑΤΟ.
Καί γιά μιάν ἀκόμη φορά σαφής ἀπάντησις δέν ἐδόθη. Κάτι πού ἀπό μόνο του δεικνύει τήν κρίση ἐμπιστοσύνης πού ἔχει ξεσπάσει μεταξύ τῶν συμμάχων. Ὁ Ἀμερικανός Πρόεδρος δηλώνει ἀπογοητευμένος ἀπό τούς Εὐρωπαίους, ὁ δέ Γενικός Γραμματεύς τῆς Συμμαχίας προσπάθησε νά ἀμβλύνει τίς διαφορές ἐκφράζοντας θετική ἀξιολόγηση γιά τήν παγκόσμια ἀσφάλεια καί ἀποδίδοντας στήν ἡγεσία Τράμπ τό γεγονός ὅτι ἡ κατάστασις ἔχει βελτιωθεῖ σέ σύγκριση μέ τήν περίοδο πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τοῦ πολέμου στήν Οὐκρανία.
- Tοῦ Εὐθ. Π. Πέτρου
Ὅπως καί νά ἔχει, τό ΝΑΤΟ κλυδωνίζεται καί τό ἐρώτημα εἶναι ἄν ἡ Εὐρώπη μπορεῖ νά συνεχίσει χωρίς τούς ὑπερατλαντικούς συμμάχους (ΗΠΑ καί Καναδᾶ) διαμορφώνοντας νέες δομές συλλογικῆς ἀσφαλείας. Μέ τά σημερινά δεδομένα ὅμως, ἡ ἀμυντική αὐτονομία τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως παραμένει περισσότερο μιά θεωρητική ἐπιδίωξις παρά μιά ρεαλιστική προοπτική. Ὁ βασικός λόγος εἶναι ὅτι ἡ σημερινή ΕΕ δέν ὑφίσταται ὡς ἑνιαία πολιτική καί στρατηγική ὀντότης, οὔτε κἄν στήν συνείδηση τῶν πολιτῶν της.
Ἐξ ἄλλου τά μεγέθη τῶν ἐπενδύσεων πού ἀπαιτοῦνται γιά ἐξοπλισμούς καί συνολική στρατιωτική ὀργάνωση πολύ δύσκολα μποροῦν νά ὑποστηριχθοῦν ἀπό τίς εὐρωπαϊκές κυβερνήσεις. Οἱ κοινωνίες ἤδη ὑφίστανται σημαντική οἰκονομική πίεση καί εἶναι ἀναμενόμενο ὅτι θά ὑπάρξουν ἔντονες ἀντιδράσεις ἀπέναντι σέ μεγαλύτερες στρατιωτικές δαπάνες.
Ὅσο γιά τήν λεγόμενη εὐρωπαϊκή «πυρηνική ὀμπρέλα» (Γαλλία – Ἡνωμένο Βασίλειο), αὐτή ὑπολείπεται σημαντικά, τόσο ποιοτικά ὅσο καί ποσοτικά, ἔναντι τῆς ρωσσικῆς, πού θεωρεῖται καί ἡ ἀπειλή. Ὁμιλοῦμε γιά μερικές δεκάδες πυρηνικῶν κεφαλῶν στά ὀκτώ πυραυλοφόρα ὑποβρύχια τῶν δύο κρατῶν ἔναντι ἀρκετῶν χιλιάδων στό ὁπλοστάσιο τῆς Ρωσσίας. Ὁποιαδήποτε συζήτησις περί ἐπεκτάσεως πυρηνικῶν δυνατοτήτων, ἰδίως μέ ἐνδεχόμενη συμμετοχή τῆς Γερμανίας, θά προκαλέσει σοβαρές πολιτικές καί κοινωνικές ἀντιδράσεις, τόσο ἐντός τῆς ἴδιας τῆς χώρας ὅσο καί πανευρωπαϊκά.
Ὅσο γιά τούς συμβατικούς ἐξοπλισμούς, ὑπάρχει σαφές τεχνολογικό χάσμα μεταξύ ΗΠΑ καί Εὐρώπης, μέ χαρακτηριστικά παραδείγματα τά ἀεροσκάφη 5ης καί 6ης γενιᾶς, τά μή ἐπανδρωμένα συστήματα καί τίς δορυφορικές ἐπικοινωνίες. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι πλέον διαμορφώνεται ἀνταγωνιστικό –καί σέ ὁρισμένους τομεῖς προχωρημένο– τεχνολογικό ἐπίπεδο καί ἀπό τήν κινεζική ἀμυντική βιομηχανία, ἰδίως σέ καινοτόμους τομεῖς. Ἐπίσης, ἄν οἱ ΗΠΑ ἀπομακρυνθοῦν τεχνολογικά στόν τομέα τῆς ἀμύνης ἀπό τήν ΕΕ, αὐτό θά συμπαρασύρει καί τό Ἰσραήλ, καθώς πολλά ἀπό τά ὁπλικά του συστήματα εἶναι δεσμευμένα ἀπό ἀμερικανικούς περιορισμούς σέ θέματα διαλειτουργικότητος. Καί μία τέτοια προοπτική ἀφορᾶ ἄμεσα καί τήν Ἑλλάδα καί τήν Κύπρο.
Τό σημαντικώτερο ὅμως εἶναι ὅτι ἀπαιτεῖται πολιτική βούλησις. Καί αὐτή δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθεῖ οὔτε ἀπό τούς γραφειοκράτες οὔτε ἀπό τούς τοποτηρητές τῶν Βρυξελλῶν. Πρέπει νά ἀναληφθεῖ ἀπό ἐκλεγμένες κυβερνήσεις κυριάρχων κρατῶν. Αὐτές θά πρέπει νά ἀποφασίσουν ἄν θέλουν μιά Συμμαχία καί ἄν θά ἀξιοποιήσουν τίς ὑποδομές καί τήν ὀργάνωση τοῦ ΝΑΤΟ πού θά μείνουν στήν Εὐρώπη. Πρακτικά αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκή Συμμαχία θά πρέπει νά εἶναι αὐθύπαρκτη καί ἀποστασιοποιημένα ἀπό τήν δυσλειτουργική ΕΕ. Ἄν θέλουμε νά εἴμαστε ρεαλιστές, θά πρέπει νά σταματήσουμε νά ὁμιλοῦμε περί ἀμυντικοῦ βραχίονος τῆς ΕΕ (ἐπί σειράν ἐτῶν προσπαθοῦμε νά τόν διαμορφώσουμε χωρίς ἀποτέλεσμα) καί νά δοῦμε τήν προοπτική μιᾶς Εὐρωπαϊκῆς Συμμαχίας ξεκινῶντας ἀπό μηδενική βάση.

