Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 14 Φεβρουαρίου 1926
Ὁ λόγος περί διαφθορᾶς καί ἐκλύσεως τῶν ἠθῶν. Αὐτό εἶναι τό θέμα τῆς ἡμέρας. Καί, καθώς ἀκούει κανείς ὅλους τούς Ἀθηναίους νά καυτηριάζουν τήν κατάστασιν, διερωτᾶται ποῖοι, ἐπί τέλους, εἶναι αὐτοί οἱ διεφθαρμένοι, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει κανείς, τήν στιγμήν αὐτήν, πού νά μήν κάμνη τήν ἀπολογίαν τῆς σωφροσύνης καί τῶν χρηστῶν ἠθῶν;
Δέν πρόκειται ὅμως περί αὐτοῦ. Γιά νά γίνεται τόσος λόγος περί διαφθορᾶς, σημαίνει ὅτι κάτι γνωρίζουν αὐτοί πού τήν κηρύττουν. Ἀλλά ποῦ ἔγκειται, λοιπόν, αὐτή ἡ διαφθορά; Ὅλοι τήν βλέπουν εἰς ἕνα σημεῖον. Εἰς τάς σχέσεις τῶν φύλων μεταξύ των. Εἰς τό κράτος τοῦ Ἔρωτος, τέλος πάντων. Ὁ μικρός θεός ἔγινε, φαίνεται, ἐσχάτως, παραπολύ ἐπιμελής εἰς τά μαθήματά του. Καί παραπολύ δραστήριος. Καί ὑπερβολικά κακοαναθρεμμένος. Καί βάζει τούς ἀνθρώπους νά κάμνουν, δημοσίᾳ καί χωρίς νά κοκκινίζουν, πράγματα πού ἔκαμναν ἄλλοτε, κοκκινίζοντες, εἰς τήν σκιάν καί τήν ἀλκόβαν. Ὅλα αὐτά, μέ ἕνα ὄνομα, καλοῦνται διαφθορά καί ἔκλυσις τῶν ἠθῶν.
Ἀλλά ὁ μικρός θεός, πού κατασκευάζει τήν στιγμήν αὐτήν ὅλα τά στραβά ψωμιά τῆς παροιμίας, θά εἶχε τό δικαίωμα, νομίζω, νά ἐρωτήση:
– Καλά, ἄνθρωποί μου. Αὐτά, πού κάνω ἐγώ, καί πού εἶναι ἡ δουλειά μου, τέλος πάντων, μέ τήν ὁποίαν μέ ἐπεφόρτισεν ὁ Θεός, διά τήν συντήρησιν τοῦ παληόκοσμου αὐτοῦ, εἶναι διαφθορά. Δέν τό ἀρνοῦμαι. Τό ἔχω ἀκούσει, πολλές φορές καί ἀπό τούς καλυτέρους μου φίλους ἀκόμη. Ἀλλά σᾶς ἐρωτῶ: Ὅλα τά ἄλλα πράγματα πού κάνετε –διότι δέν φαντάζομαι ὅτι ἀπό τό πρωί ὥς τό βράδυ δέν ἔχετε ἄλλη δουλειά παρά νά φιλιέσθε– δέν εἶναι διαφθορά; Ἡ ψευτιά, λόγου χάριν, πού βασιλεύει πέρα-πέρα στόν ὡραῖον αὐτόν τόπον, δέν εἶναι διαφθορά; Ἡ κλεψιά πού σᾶς ἐκυρίευσε μικρούς καί μεγάλους δέν εἶναι διαφθορά; Ἡ αἰσχροκέρδεια δέν εἶναι διαφθορά; Τό βούτηγμα τῶν δημοσίων ταμείων δέν εἶναι διαφθορά; Ἡ ἐκμετάλλευσις θέσεων καί βαθμῶν καί ὑπουργημάτων, πού γίνεται ἀναφανδόν καί χωρίς κἄν προσχήματα, δέν εἶναι διαφθορά; Τά ἄνομα πλούτη τῶν μεγάλων καί τῶν τρανῶν, πού εἰσέρχονται εἰς τήν Ἐξουσίαν, μέ τρύπια πανταλόνια, ἀπό τήν ὁδόν Σταδίου, καί ἐξέρχονται μέ μεταξωτά, ἀπό τήν ὁδόν Σοφοκλέους, δέν εἶναι διαφθορά;
Ἡ ἀναγραφή κάθε ἠθικῆς ἀρχῆς ἐπί τῶν παλαιῶν σας παπουτσιῶν δέν εἶναι διαφθορά; Τό καλύβι πού ἔγινε μέγαρον, ὁ ἀραμπᾶς πού ἔγινεν αὐτοκίνητον, τό τεφτέρι τῶν βερεσεδιῶν πού ἔγινε τράπεζα, τά «ἀγγεῖα πού ἔγιναν θυμιατά – καί τά ἀπαυτά λιβάνια» δέν εἶναι διαφθορά; Τό «ἐμπάτε, σκύλοι, ἀλέσετε κι ἀλεστικά μή δῶστε», πού εἶναι ἀναγεγραμμένον παντοῦ, ὡς ἠθικός νόμος τῆς ζωῆς, δέν εἶναι διαφθορά; Τά χάλια σας, τέλος πάντων, τά τρικούβερτα, ὦ ἄνθρωποι, πού ἀπό ὅπου καί νά σᾶς πιάση κανείς λερώνεται, δέν εἶναι διαφθορά; Καί εἶναι μόνον διαφθορά ἡ «φιλότης καί ἡ εὐνή», τήν ὁποίαν ὕμνησεν ὁ Ὅμηρος; Λοιπόν, καλοί μου ἄνθρωποι, σᾶς ὀρκίζομαι εἰς τήν δισυπόστατον μητέρα μου, τήν Οὐρανίαν καί τήν Πάνδημον, ὅτι ἄν τό ἐπαραξήλωσα κι ἐγώ κάπως, τώρα τελευταῖα, ἀφορμή εἶναι τά ἄλλα σας καμώματα. Διότι αὐτά προσφέρουν καί τόν καμπανίτην καί τό αὐτοκίνητον καί τήν γκαρσονιέραν καί τό σεπαρέ, χωρίς τά ὁποῖα θά ἦσαν κομμένα τά φτερά μου. Θέλω νά σᾶς πῶ δηλαδή, καλοί μου κύριοι, ὅτι ἄν δέν ἤσαστε τόσο παληάνθρωποι, δέν θά ἤμουν κι ἐγώ τόσον διεφθαρμένος.
Αὐτά θά εἶχε τό δικαίωμα νά εἰπῇ καί νά λαλήση ὁ μικρός θεός. Ἀλλά δέν τά λέει. Καί φορτώνεται ὁ δυστυχής ὅλας τάς ἁμαρτίας ἐπάνω του. Ἔτσι τήν ἔπαθε καί τήν παθαίνει πάντοτε. Τόν βρήκαμε μικρόν καί τοῦ φορτώνομεν ὅλας τάς ἁμαρτίας.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

