Ὁ Κώστας Γανωσέλης, πού ἔφυγε προχθές ἀπό τόν μάταιο ἐτοῦτον κόσμο λίγο πρίν πατήσει τά ὀγδόντα του χρόνια, ὑπῆρξε –εἶναι βέβαιο– μία ἀπό τίς μεγαλύτερες φυσιογνωμίες στόν χῶρο τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς μουσικῆς.
Ὑπῆρξε σπουδαῖος ἐνορχηστρωτής καί συνθέτης, ἦταν ἄνθρωπος μέ μοναδικό καί τεράστιο σέ ἔκταση καί δύναμη μουσικό αἰσθητήριο. Διέθετε ἱκανότητες μοναδικές, οἱ ὁποῖες τοῦ ἐπέτρεπαν νά πλάσει ἀμέσως τήν τέλεια εἰκόνα τοῦ ἔργου πού τοῦ ζητοῦσαν νά ἐνορχηστρώσει. Εἶχα τήν εὐτυχία νά τόν γνωρίσω, στήν Ἰωνίδιο Πρότυπο Σχολή. Ὅταν ἐγώ ἄρχιζα τόν γυμνασιακό μου βίο, ἐκεῖνος βρισκόταν στήν τελευταία τάξη.
Τόν πρόλαβα, ὅμως, ὡς μέλος τῆς χορωδίας ἀλλά καί ὡς ἀκροατής στίς πρόβες τῆς μικρῆς ὀρχήστρας τήν ὁποία εἶχε δημιουργήσει ὁ ἀείμνηστος καθηγητής μας τῆς Μουσικῆς Ἀπόστολος Ζυγούρης καί στήν ὁποία ὁ Γανωσέλης ἦταν –ἀπό τότε– ὁ κορυφαῖος.
Ἀργότερα, ὡς μουσικός καί μέλος μουσικῶν σχημάτων, τόν συνάντησα σέ ἠχογραφήσεις καί, στά χρόνια Συνέχεια ἀπό τήν σελ. 1
τῆς δημοσιογραφίας, τόν συναντοῦσα ὅταν ἔκρινα ὅτι ἔπρεπε νά τοῦ ἐκφράσω τόν θαυμασμό μου γιά κάποιο ἀπό τά ἔργα του.
Ὁ Μίκης Θεοδωράκης μοῦ τόν εἶχε χαρακτηρίσει «μοναδική ἰδιοφυΐα», ὁ Γιάννης Μαρκόπουλος τόν θεωροῦσε «ἄνθρωπο μέ θεία ἔμπνευση καί ψυχή», ὁ φίλος μου –καί παγκοσμίου ἀκτινοβολίας– κιθαριστής, καθηγητής κιθάρας διεθνῶς καταξιωμένος, Στέλιος Γκόλγκαρης, τόν ἀποκαλοῦσε «πατέρα».
Ἔχοντας καί ἡ ταπεινότης μου τήν «τρέλλα» μέ τά πλῆκτρα, θέλησα νά εἰσέλθω καί στόν χῶρο τῶν «συνθετητῶν» (συνθεσάιζερς) ὅταν βγῆκαν στήν ἀγορά. Ἀπέκτησα καί ἕνα καί δύο τέτοια ὄργανα καί, μέ βάση τά «προσπέκτους», προσπαθοῦσα νά τά μάθω, νά συνδυάσω ἤχους, νά φτιάξω «δικά μου πράγματα». Ὅλα αὐτά, μέχρι πού συνάντησα τούς δίσκους τοῦ Γανωσέλη «Σύνθεσις» καί «Χρονοναύτης».
Ἦταν ἡ ἀποκάλυψη, γιά ἐμένα, ἦταν ἡ ἀπόδειξη ὅτι ὅλα ὅσα φοβόμουν ὅτι θά προκαλέσουν στήν μουσική καί τούς μουσικούς αὐτά τά «περίεργα» ἠλεκτρονικά ὄργανα, ἦταν χωρίς βάση καί αἰτία.
Βεβαίως, εἶχε προηγηθεῖ ἡ ἐπέλαση τοῦ Βαγγέλη Παπαθανασίου, ἀλλά ποῦ νά τρέξεις νά τόν βρεῖς καί πῶς νά τόν συναντήσεις. Ἔτσι, ἀναζήτησα καί βρῆκα τόν Κώστα. Τοῦ μίλησα γιά τίς ἡμέρες τῆς Ἰωνιδείου (δέν μέ εἶχε, φυσικά, προσέξει ἤ ἐπισημάνει τότε καί γιατί, ἄλλως τε), μιλήσαμε γιά τήν μουσική, βρεθήκαμε νά ἀγαπᾶμε καί οἱ δύο τούς «Μπήτλς» καί τόν Μπέλα Μπάρτοκ καί ἔκτοτε ἄρχισα νά κυνηγῶ μετά μανίας ὁτιδήποτε εἶχε πιάσει ἐκεῖνος στά χέρια του. Δίσκοι τοῦ Μίκη, τοῦ Μαρκόπουλου, τοῦ Νταλάρα, τοῦ Παπακωσταντίνου, τῆς Γαλάνη, τῆς Ἀλεξίου, τοῦ Κραουνάκη. Ὁ Γανωσέλης μέ ἔκανε νά ἀκούω –μετά προσοχῆς μεγάλης– ἑλληνικά τραγούδια. Ὄχι «ἐπειδή μοῦ ἄρεσε», ἀλλά ἐπειδή εἶχα κάνει τό μεγάλο λάθος νά ἀδιαφορήσω γιά ἕναν τέτοιο θησαυρό!
Τά τελευταῖα χρόνια ταλαιπωρήθηκε ἀπό τήν ἀσθένεια, ἀλλά εἴχαμε μιλήσει κάποιες φορές στό τηλέφωνο. «Μᾶς ἑνώνει ὁ Πειραιᾶς» ἦταν τό σύνθημα, ἀφοῦ ὁ Κώστας ἦταν γεννημένος στήν Δραπετσῶνα.
«Φαντάζεσαι νά ἤμουν δικηγόρος;» μοῦ εἶχε πεῖ μιά φορά, ὅταν μιλοῦσε γιά τό πῶς ἐγκατέλειψε τήν Νομική….
Εἶναι βέβαιο ὅτι ὅλος ὁ μουσικός κόσμος τῆς χώρας πενθεῖ. Στό καλό, σπουδαῖε δάσκαλε καί γητευτή τῶν Μουσῶν…

