Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 25 Ἰανουαρίου 1926
Μέσα εἰς τήν μεγαλυτέραν ἔντασιν τοῦ τροχαίου πανδαιμονίου, εἶδα, πρό ὀλίγων ἡμερῶν, ἕναν ἄνθρωπον, κινούμενον ἐπί τῆς ἀσφάλτου, μέ μίαν ἄνεσιν ἐντελῶς μοναδικήν. Δέν ἐκοίταζε οὔτε ἐμπρός του, οὔτε πίσω του, οὔτε στά πλάγια. Δέν μετέβαλε οὔτε μίαν στιγμήν τόν ἀργόν ρυθμόν τοῦ βήματός του. Δέν ἐβιάζετο καθόλου νά περάση ἀπό τό ἕνα πεζοδρόμιον στό ἄλλο. Ἐβάδιζεν ἀτρόμητος μεταξύ τῶν τροχῶν, ὡς νά ἦτο ἐφωδιασμένος μέ κανένα μυστικόν περίαπτον, πού τοῦ ὑπέσχετο πλήρη ἀσφάλειαν ἀπό παντός τροχαίου κινδύνου, ὅπως ὑπόσχεται τό Τίμιον Ξύλον εἰς ἕνα πιστόν ὅτι καμμία ἀπό τάς διασταυρουμένας γύρω του σφαίρας δέν θά τολμήση νά τόν θίξη. Ὅταν ὁ περίεργος ἄνθρωπος ἔφθασεν εἰς τό πεζοδρόμιον, ὅπου τρεῖς-τέσσαρες ἄνθρωποι εἴχαμεν σταματήσει, ἀναμένοντες, ἀπό στιγμῆς εἰς στιγμήν, τόν βέβαιον θάνατόν του, κάποιος τοῦ εἶπε σχεδόν μέ ἀγανάκτησιν:
– Μά δέν μοῦ λέτε, κύριε; Ἀποφασίσατε ν’ αὐτοκτονήσετε;
– Ἀπεναντίας, κύριε! ἀπήντησεν ὁ ἄγνωστος. Ἀπεφάσισα νά μήν αὐτοκτονήσω, ὅπως αὐτοκτονοῦν τόσοι ἄλλοι καθημερινῶς στούς δρόμους.
– Ποιούς ἄλλους ἐννοεῖτε;
– Ἐννοῶ ὅλους τούς δυστυχεῖς ἀνθρώπους, πού βαδίζουν, μέσα στό πανδαιμόνιον αὐτό, μέ χιλίους φόβους καί χιλίας προφυλάξεις. Ἀλλά δέν ἔχετε παρατηρήσει, λοιπόν, ποιά εἶναι τά συνηθισμένα θύματα τῶν τροχῶν; Εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού τρέμουν τούς τροχούς, πού σταματοῦν ἀναποφάσιστοι στό χεῖλος τοῦ πεζοδρομίου, ἀναμένοντες μίαν κατάλληλον στιγμήν γιά νά περάσουν ἀπέναντι, πού κοιτάζουν διαρκῶς ἐμπρός καί πίσω των, γιά ν’ ἀντιληφθοῦν ἐγκαίρως τόν ἐπερχόμενον κίνδυνον, πού διστάζουν, τέλος πάντων, μέ χιλίους τρόπους, πού ἀμφιβάλλουν, πού σκέπτονται, πού προχωροῦν μέ αἰφνιδίας ἀποφάσεις, πού τρέμουν, μέ μίαν λέξιν, τό μοιραῖον. Μέ ἄλλους λόγους, οἱ ἐπαρχιῶται, τά γεροντάκια καί οἱ νευρικοί ἄνθρωποι. Αὐτοί εἶναι κατά κανόνα τά θύματα τῶν τροχῶν.
– Ἔστω, κύριε! Μπορεῖ νά ἔχετε δίκαιον. Ἡ ψυχραιμία σώζει εἰς ὅλας τάς περιστάσεις. Ἀλλά ἐσεῖς τό παρακάνετε, χριστιανέ μου! Ἐσεῖς περπατεῖτε μέσα στό πανδαιμόνιον τῶν τροχῶν, σάν νά περπατεῖτε τήν
Ἔρημον Σαχάραν. Δέν φυλάγεσθε καθόλου.
– Γιατί νά φυλαχθῶ; Ἀφήνω νά μέ φυλάξουν οἱ ἄλλοι.
– Ποιοί ἄλλοι;
– Ἀλλά οἱ σωφέρ, κύριοι, πού δέν ἔχουν κανένα συμφέρον νά μέ διαμελίσουν. Κάνω, δηλαδή, ἐγώ τήν δουλειά μου καί τούς ἀφήνω κι αὐτούς νά κάμουν τήν δουλειά τους. Μέ τό νά κρατῶ, δηλαδή, ἐγώ σταθεράν πορείαν καί ὡρισμένην ταχύτητα, τούς διευκολύνω νά κανονίσουν τήν πορείαν τους καί τήν ταχύτητά τους. Αὐτό εἶναι παρατηρημένον. Καί μπορῶ νά τό βεβαιώσω ἀπό τήν ἀτομικήν μου πεῖραν. Ἀλλά κάνω καί κάτι ἄλλο, κύριοι.
Ὅλοι ἐβιάσθησαν νά μάθουν τί ἦτο τό ἄλλο, πού ἔκαμνεν ὁ σοφός διαβάτης.
– Προτιμῶ νά βαδίζω ὅσο μπορῶ περισσότερο στό κατάστρωμα τῆς ὁδοῦ καί ὅσο μπορῶ λιγώτερο στό πεζοδρόμιον.
– Ὁ λόγος;
– Ὁ λόγος εἶναι ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά προφυλαχθῇ ἀπό τό τυχαῖον. Καί τά τυχαῖα δέν συμβαίνουν στό κατάστρωμα τῆς ὁδοῦ, ὅπου λειτουργεῖ ἡ σκέψις καί ἡ ἐπιστήμη τῶν ὁδηγῶν. Συμβαίνουν στό πεζοδρόμιον, τό ὁποῖον καβαλικεύουν κάποτε, ὅταν ἀφηνιάσουν, οἱ τροχοί. Ἀποφεύγω λοιπόν τό τυχαῖον.
Ὁ ἄγνωστος εἶχε τελειώσει μέ μίαν παραδοξολογίαν. Προχθές ὅμως ἐπείσθην ὅτι καί ἡ παραδοξολογία του αὐτή δέν ἦτο καθόλου παραδοξολογία. Μία κυρία εἰς τήν παραλίαν τοῦ Ν. Φαλήρου ἐβάδιζεν ἀνύποπτη ἐπί τοῦ πεζοδρομίου. Ἔξαφνα δύο αὐτοκίνητα, ἐρχόμενα ἀντιθέτως ἐπί τῆς στενῆς ἐπισκευαζομένης ὁδοῦ καί λοξοδρομήσαντα ἀποτόμως, συνεκρούσθησαν ἐπί τοῦ πεζοδρομίου καί εἰς τό σημεῖον ἀκριβῶς ὅπου ἐβάδιζεν ἀνύποπτη ἡ ἀτυχής κυρία. Καί τό ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε νά εὕρη ἕνα τραγικόν θάνατον, μεταξύ τῶν τροχῶν, καθ’ ὅλους τούς κανόνας τῆς προφυλακτικῆς ἐπιστήμης, διά νά ἀποδειχθῇ ὅτι ἐκεῖνο συνήθως παθαίνει κανείς ἀπό τό ὁποῖον φυλάγεται περισσότερον.
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

