Μόνο μειδιάματα ἀποδοκιμασίας μποροῦν νά προκαλέσουν σέ κάθε σκεπτόμενο ἄνθρωπο δηλώσεις ὅπως ἐκείνη πού ἀκούσθηκε χθές μέ ἠχόχρωμα Βρυξελλῶν, περί τοῦ «ἡ ἕδρα ἀνήκει στούς ψηφοφόρους»…
Αὐτά τά «ἡ ἕδρα μου ἀνήκει στούς πολῖτες πού μέ ψήφισαν» εἶναι λόγια πού προσβάλλουν τήν νοημοσύνη μας. Καί δέν ἀναφερόμεθα μόνον στόν συγκεκριμένο εὐρωβουλευτή, ἀλλά σέ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, κατά καιρούς, ἀπεχώρησαν ἀπό τό κόμμα μέ τήν σημαία τοῦ ὁποίου ἐξελέγησαν (διότι κόμμα ψηφίζουν οἱ πολῖτες καί ὄχι μεμονωμένα πρόσωπα) καί ἀρνήθηκαν νά παραιτηθοῦν (πλήν ἐξαιρέσεων φωτεινῶν καί ἐλαχίστων) καί νά παραδώσουν στό κόμμα τήν ἕδρα τήν ὁποία τούς ἐξασφάλισε ἡ ἔνταξή τους σέ συγκεκριμένο κομματικό-ἐκλογικό μηχανισμό.
Ἔτσι, «ἀκοῦμε βερεσέ» τά πομπώδη καί μεγαλόστομα πού ἐξεφούρνισε ὁ καρηκομόων εὐρωβουλευτής, ὁ ὁποῖος, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, μᾶς ἀφήνει νά ἐννοήσουμε ὅτι ἐάν εἶχε ἐκτεθεῖ στίς εὐρωεκλογές ὡς ἀνεξάρτητος ὑποψήφιος εὐρωβουλευτής, θά ἐκλεγόταν! Διότι μόνον τότε ἡ ἕδρα «ἀνήκει σέ ἐκεῖνον πού τήν ἔχει», γιά νά λέμε τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους.
Βεβαίως, ὁ ἐν λόγῳ μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι λόγῳ τοῦ ἐπωνύμου του (τό ὁποῖον φέρει καί σπουδαία ἑρμηνεύτρια τοῦ ἄσματος, σοβαρωτάτη καί ἐπίσης πρώην βουλευτής Ἐπικρατείας ) θά τόν ἐψήφιζε ὁ κόσμος νομίζοντας ὅτι ψηφίζει ἐκείνην! Ἀλλά καί πάλι δέν θά τόν παίρναμε στά σοβαρά.
Στήν πολιτική, ὅμως, πολλά ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἐμεῖς θεωροῦμε σοβαρά καί πρέποντα δέν ἀγγίζουν τούς βουλευτές καί ἐν γένει τούς πολιτευομένους. Διότι ἄν τούς εἶχαν, ἀκροθιγῶς ἔστω, ἀγγίξει, δέν θά εἶχε γεμίσει σήμερα ἡ Βουλή μέ «ἀνεξάρτητους» (ἐλᾶτε, τώρα) βουλευτές, οἱ ὁποῖοι «τήν κοπάνησαν» ἀπό τό κόμμα μέ τήν σημαία τοῦ ὁποίου ἐξελέγησαν καί ἐνετάχθησαν σέ ἄλλα ἤ μετεβλήθησαν σέ «ἐλεύθερους σκοπευτές» καί περιμένουν νά δοῦν «ποῦ θά καθίσει ἡ μπίλια» γιά νά ἐνταχθοῦν στό κόμμα πού θά τούς δείξει ἡ «ρουλέτα» τῆς πολιτικῆς.
Γιά νά μήν μακρυγοροῦμε, τά πράγματα εἶναι ἁπλᾶ. Ὅταν διαφωνεῖς, παραιτεῖσαι ἀπό βουλευτής καί παραδίδεις τήν ἕδρα σου.
Ὅπως ἔπραξε τό 2011 ὁ Γιῶργος Φλωρίδης, τότε βουλευτής Κιλκίς τοῦ ΠΑΣΟΚ, ὁ ὁποῖος, μέ δισέλιδη ἐπιστολή του, ἐξήγησε ὅτι «οἱ ἡγεσίες τῶν δύο βασικῶν πολιτικῶν κομμάτων στάθηκαν κατώτερες τῶν περιστάσεων», ἐπειδή, κατά τήν ἄποψή του, δέν ὑπῆρξε συνεργασία γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν τεραστίων ἐθνικῶν ζητημάτων τά ὁποῖα ἀντιμετώπιζε ἡ χώρα.
Ἔτσι, χωρίς θεατρινισμούς καί χωρίς αὐτά τά «δική μου εἶναι ἡ ἕδρα καί ὅ,τι θέλω τήν κάνω», ὁ Φλωρίδης διεφώνησε, ἐξέφρασε –εὐγενῶς καί εὐδιακρίτως– τήν ἀντίθεσή του μέ τά συμβαίνοντα στόν πολιτικό χῶρο («τό ἐθνικό χρέος ἡττήθηκε ἀπό τό κομματικό συμφέρον καί μέ ἀπόλυτη συνείδηση τῆς κρισιμότητας τῶν στιγμῶν ὑποβάλλω τήν παραίτησή μου»), παρέδωσε τήν ἕδρα (καί ὅσα ἀποφέρει ἡ βουλευτική ἰδιότης) καί ἐπῆγε σπίτι του, ἀφήνοντας τό ἕδρανό του στόν ἰατρό Γιῶργο Φραγγίδη, ὁ ὁποῖος τόν ἀκολουθοῦσε στό ψηφοδέλτιο Κιλκίς τοῦ ΠΑΣΟΚ.
Ἁπλᾶ πράγματα, ξεκάθαρα, νοικοκυρεμένα καί λογικά. Ὅλα τά ἄλλα δέν πείθουν καί, ἀντιθέτως, πλήττουν τό κῦρος τῆς πολιτικῆς καί τῶν πολιτικῶν, σέ καιρούς χαλεπούς…

