Μεγάλωσα σέ ἕνα σπίτι πού σεβόταν τίς παραδόσεις καί τίς κρατοῦσε.
Μέ γονεῖς αὐστηρούς, κάτι πού δέν πολυάρεσε, ἀλλά προσηλωμένους σέ ἐκεῖνα πού κράτησαν ὄρθια τήν Ἑλλάδα.
Στό σπίτι, λοιπόν, περιμέναμε τά Χριστούγεννα καί τήν Πρωτοχρονιά, σάν μιά περίοδο πού ἄρχιζε ὅταν ἔμπαινε γιά τά καλά ὁ Δεκέμβριος καί ὄχι… δυό μῆνες πρίν. Οἱ δρόμοι φωτίζονταν μετά τά Νικολοβάρβαρα, μέ λίγα, προσεγμένα λαμπάκια καί οἱ ἄνθρωποι ἔβρισκαν τόν χρόνο νά σταματήσουν, νά κοιταχτοῦν, νά μιλήσουν γιά τίς γιορτές καί γιά τό πῶς θά τίς περάσουν. Σήμερα ὅλα δείχνουν ὅτι βιαζόμαστε νά ζήσουμε ὅ,τι ὄμορφο ἔχει μείνει, προτοῦ κἄν φθάσει ἡ ὥρα του. Τά «προεόρτια» ἀρχίζουν ἀπό τόν Νοέμβριο, ἴσως καί ἀπό τόν Ὀκτώβριο, καί μοιάζει σάν νά προσπαθοῦμε νά ὑποκαταστήσουμε διά τῆς ὑπερβολῆς ἐκεῖνο πού χάσαμε σέ οὐσία.
Ἴσως νά φταίει ὁ ρυθμός τῆς ἐποχῆς. Τρέχουμε διαρκῶς, λές καί κάποιος κρατᾶ χρονόμετρο πάνω ἀπό τό κεφάλι μας. Ἡ καθημερινότητα ἔγινε ἀτελείωτη λίστα ἀπό ὑποχρεώσεις, στόχους, προθεσμίες. Κι ἐπειδή δέν προλαβαίνουμε νά ζήσουμε τήν ἴδια τήν στιγμή, προσπαθοῦμε νά τήν φέρουμε νωρίτερα, νά νιώσουμε λίγη χαρά πρίν μᾶς προλάβει ἡ κόπωση.
Στολίζουμε νωρίτερα, ψωνίζουμε νωρίτερα, προετοιμαζόμαστε μέ τρόπο σχεδόν ἀγχωτικό, σάν νά θέλουμε νά ἐξασφαλίσουμε ὅτι δέν θά χάσουμε τίποτε ἀπό τήν μαγεία. Κι ὅμως, δυστυχῶς, ὅσο τήν ψάχνουμε πιεστικά, τόσο περισσότερο τήν ἀπομακρύνουμε.
Οἱ παλιές μας συνήθειες, αὐτές πού κάποτε ἔδιναν χρῶμα στίς ἡμέρες τοῦ Δεκεμβρίου, σιγά-σιγά ξεθωριάζουν. Ποιός φτιάχνει μέ τά χέρια του μελομακάρονα καί κουραμπιέδες, ἀντί νά τά ἀγοράζει ἕτοιμα;
Θυμᾶμαι, πού ἔβγαζε ἡ μάνα μας τό τετράδιο μέ τίς συνταγές τῆς Ὑδραίας γιαγιᾶς καί τό σπίτι μύριζε ἀνθόνερο, φρέσκο βούτυρο καί μπαχαρικά. Ἀκόμη καί σήμερα, μέ τό ἴδιο τετράδιο πορευόμαστε. Μέ τό ἀνθόνερο καί τό μέλι ἀπό τό χωριό.
Πόσα παιδιά θά ἀκούσουν σήμερα ἱστορίες ἀπό τούς παπποῦδες γιά τά παλιά, τούς καλικάντζαρους , πού δέν ἦταν «ξωτικά» τοῦ Ἅη Βασίλη, πού ἔρχεται πλέον ἀπό τό Ροβανιέμι κι ὄχι ἀπό τήν Καισάρεια;
Τότε, τό ἔθιμο δέν ἦταν ὑποχρέωση. Ἦταν τρόπος ζωῆς. Ἦταν εὐκαιρία νά ἔρθουμε πιό κοντά, νά ἀνταμώσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, νά μοιραστοῦμε ζεστασιά. Σήμερα, γίνονται ὅλα γρήγορα, σχεδόν πρόχειρα.
Στολίδια ἀπό τό σοῦπερ μάρκετ, εὐχές μέ copy-paste, δῶρα-παραγγελία μέ ἕνα κλίκ. Εὔκολα, γρήγορα, ἀλλά συχνά ἄδεια ἀπό συναίσθημα.
Ἴσως γι’ αὐτό νοσταλγοῦμε τό παρελθόν. Ὄχι ἐπειδή ἦταν καλύτερο, ἀλλά ἐπειδή ἦταν λιγώτερο γρήγορο, λιγώτερο ἀγχωτικό, πιό ἀνθρώπινο, πιό ἀληθινό. Ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι εἶχαν τήν πολυτέλεια τοῦ χρόνου, κάτι πού τό βλέπουμε εὔκολα τώρα. Ἐπειδή ἡ ἀναμονή ἦταν μέρος τῶν ἑορτῶν, ὄχι κάτι πού προσπαθούσαμε νά ἀποφύγουμε.
Πρός Θεοῦ, δέν λέω νά καταργήσουμε τίς νέες συνήθειες, ἀλλά νά ξαναβροῦμε μέσα τους τήν οὐσία. Νά ἐπιτρέψουμε στόν ἑαυτό μας νά περιμένει λίγο, νά ἀφήσει τήν μαγεία νά ἔλθει στήν ὥρα της. Νά θυμηθοῦμε ὅτι τά Χριστούγεννα δέν εἶναι ἡ βιασύνη, ἀλλά ἡ προσμονή. Δέν εἶναι τά στολίδια, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι. Νά δοῦμε καθαρά ὅτι ἀκόμη κι ἄν ἀλλάζουν οἱ ἐποχές, ἡ ζεστασιά πού φέρνουν αὐτές οἱ γιορτές μπορεῖ πάντα νά μᾶς περιμένει. Ἀρκεῖ νά τῆς δώσουμε τόν χρόνο πού τῆς ἀξίζει.

