ΕΤΟΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1876
Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΥΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΑΙ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 10 Ἰουλίου 1919

Κρατοῦντες τά ἄθλια πέδιλά των ἀνά χεῖρας καί διαπορευόμενοι τήν μακράν καί κονιορτώδη ὁδόν, τήν ὁποίαν ἐρράντιζαν μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου των οἱ δύο κεφαλαιοκράται συνητήθησαν εἰς τήν ρίζαν ἑνός δένδρου, ὅπου εἶχαν σταματήσει ν’ ἀναπαύσουν τά κεκμηκότα μέλη των.

-Χαῖρε, ἀδελφέ καφαλαιοῦχε! εἶπεν ὁ ἕνας εἰς τόν ἄλλον.

-Ἀντίχαιρε!

-Ποῦ πορεύεσαι;

-Πρός τήν πόλιν. Πηγαίνω νά πραγματοποιήσω τά ὀψόνια τῆς ἡμέρας.

-Καί σύ;

-Μεταβαίνω πρός ἀνεύρεσιν ἰατροῦ, διά τό ψυχορραγοῦν βρέφος μου. Ἀλλά ἡ εἰδικότης, τήν ὁποίαν ζητῶ εἶνε φεῦ! δύσκολον νά εὑρεθῇ.

-Καί ποίαν εἰδικότητα ζητεῖς, ὦ ταλαίπωρε ἄνθρωπε, καί κλαίεις; Εἰς τάς Ἀθήνας ὑπάρχουν ὅλαι αἱ γνωσταί εἰδικότητες καί μερικαί ἄλλαι ἀκόμη.

-Ἀλλοίμονον! Ἐγώ ἀναζητῶ τόν ἰατρόν, ὁ ὁποῖος θά στέρξῃ νά διατρέξῃ πεζῇ ἑκατόν ὀγδοήκοντα βέρστια, διά νά φθάσῃ μέχρι τῆς καλύβης μου καί νά ἐπιστρέψῃ πάλιν εἰς ἴδια. Καί ἐννοεῖς ὅτι ἡ εἰδικότης αὐτή εἶνε δύσκολον νά εὑρεθῇ. Δι’ αὐτό κλαίω!

-Μήν κλαίεις ἀδελφέ μου! Ὀφείλομεν νά ὑπομένωμεν. Ἦλθε, βλέπεις, ἡ ὥρα μας.

-Ποία ὥρα;

-Ἡ ὥρα τοῦ Κεφαλαίου! Nous autres capitalistes…

-Εἶσαι καί σύ λοιπόν ταλαίπωρε κεφαλαιοκράτης;

-Εἶμαι, ὡς φαίνεται. Ἄν δέν ἤμουν θά εἶχα τό μέσον νά μεταβῶ εἰς τήν ἐργασίαν μου μέ τό αὐτοκίνητον. Κύτταξε τούς εὐτυχεῖς, οἱ ὁποῖοι περνοῦν μέ τήν ταχύτητα καί τήν λάμψιν τῆς ἀστραπῆς ἔμπροσθέν μας. Αὐτοί, βλέπεις, ἔχουν τήν εὔνοιαν τοῦ κ. Βεναρόγια. Δέν εἶνε κεφαλαιοῦχοι.

-Εἴμεθα λοιπόν ἡμεῖς οἱ βαδίζοντες μέ τά σανδάλια ἀνά χεῖρας;

-Βεβαίως εἴμεθα! Αὐτό λέγει ἡ λογική. Καί δι’ αὐτό ἀκριβῶς ἡ ἀπεργία στρέφεται ἐναντίον μας. Ὁ κ. Βεναρόγιας διέταξε τά τράμ καί τούς σιδηροδρόμους νά σταματήσουν. Καί ἐσταμάτησαν, ὡς ὁ Ἥλιος κατά Γαβαών. Θέλεις τώρα νά ἀριθμήσῃς τούς κεφαλαιούχους τοῦ τόπου ἀρχίζων ἀπό τόν ἑαυτόν σου καί τόν ἑαυτόν μου;

-Ἀκριβῶς! Ἤθελα νά γνωρίσω ὅλους τούς εὐτυχεῖς της τάξεώς μου.

-Κάθισε λοιπόν εἰς τήν ρίζαν τοῦ δένδρου καί σημείωνε. Ὅλοι αὐτοί ποῦ περνοῦν μέσα εἰς τήν ἀποθέωσιν τῆς σκόνης, ὅπως ἐμεῖς μέ τά σανδάλια ἀνά χεῖρας, ὡς θλιβεροί προσκυνηταί μεταβαίνοντες εἰς τούς Ἁγίους Τόπους, εἶνε οἱ κεφαλαιοῦχοι. Οἱ ἄλλοι ποῦ περνοῦν μέ τά αὐτοκίνητα καί μέ τάς ἁμάξας τάς συρομένας ἀπό θυμοειδεῖς ἵππους, αὐτοί εἶνε οἱ προλετάριοι. Μεταξύ αὐτῶν ἀνεγνώρισα καί τόν μανάβην τῆς γειτονιᾶς μου…

Οἱ δυστυχεῖς! Πόσον τούς λυποῦμαι!

-Εἶνε πράγματι ἀξιολύπητοι! Αὐτοί ἀδιαφοροῦν ἐντελῶς διά τόν κ. Βεναρόγιαν, διά τήν Ἀπεργίαν καί διά τά τράμ, τά ὁποῖα οὐδέποτε ἐγνώρισαν. Ἡ ζωή των ἀκολουθεῖ καί σήμερον τήν τροχιάν της μέ τήν ἰδίαν μονοτονίαν τῆς χθές.

-Ἐνῷ ἡμεῖς οἱ κεφαλαιοῦχοι…

-Ἐμεῖς οἱ κεφαλαιοῦχοι πληρώνομεν τά ἐπίχειρα τῆς κακίας μας.

-Τί νά γείνῃ! Αὐτή εἶνε ἡ Μοῖρά μας. Νά πληρώνωμεν πάντα τά ἔξοδα τοῦ γεύματος.

-Ποίου γεύματος;

-Τοῦ γεύματος τοῦ κ. Βεναρόγια. Ἀνάλαβε τώρα τά σανδάλια σου καί πορεύου.

-Πόσα βέρστια ἔχομεν νά διανύσωμεν ἀκόμη;

-Μά, περί τά ἑκατόν εἴκοσι περίπου. Καί οἱ δύο ἀνυπόδητοι κεφαλαιοῦχοι ἐξηκολούθησαν τόν δρόμον των. Ὁ ἕνας κατεπλακώθη ὑπό τούς τροχούς τοῦ αὐτοκινήτου ἑνός ἐφοπλιστοῦ καί ὁ ἄλλος διεμελίσθη ἀπό ἕνα φαιόν αὐτοκίνητον, τοῦ ὁποίου ἐπέβαινε μία ὁμάς πανηγυριζόντων ἀπεργῶν.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

Απόψεις

«Πακέτο ἡ ἐκλογή Προέδρου καί ἡ ψήφισις ἐκλογικοῦ νόμου»

Εφημερίς Εστία
Δήλωσις-ἔκπληξις ἀπό τόν ἀντιπρόεδρο τῆς Κυβερνήσεως Π. Πικραμμένο

Ἡ ἐκδίκηση δέν εἶναι δικαίωση

Μανώλης Κοττάκης
ΠΡΟΤΕΙΝΩ νά προσεγγίσουμε σήμερα τήν ὑπόθεση Novartis ἀπό δύο ἐντελῶς διαφορετικές ὀπτικές γωνίες…

Πόλεμος εἰσαγγελέων γιά τήν Novartis

Εφημερίς Εστία
Τί ἀπαντᾶ ἡ κ. Τουλουπάκη στόν κ. Ἀγγελῆ

Ἑκατό χρόνια στήν πρώτη γραμμή

Δημήτρης Καπράνος
Μέ μία καλαίσθητη σειρά γραμματοσήμων, τά Ἑλληνικά Ταχυδρομεῖα τίμησαν τό Λιμενικό Σῶμα…

Ἀτυχεῖς οἱ σύζυγοι…

Πρό 60 ἐτῶν
Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 1959