Γιατί εἶναι ἀντισυνταγματική ἡ φορολόγησις τῶν ἐλεύθερων ἐπαγγελματιῶν

Τί ὑποστηρίζει ὁμαδική αἴτησις ἀκυρώσεως πού κατέθεσαν χθές στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, μέ βάση τήν γνωμοδότηση Παυλόπουλου, 63 Δικηγορικοί Σύλλογοι καί 15 Ἑνώσεις – Πῶς ὁ ἀναδρομικός φορολογικός ἔλεγχος καταργεῖ τό ἀμάχητο καί δέν περιορίζεται στό ἐτήσιο εἰσόδημα

ΕΝΙΑΙΟ δικαστικό μέτωπο κατά τῆς τεκμαρτῆς φορολογήσεώς τους συγκροτοῦν οἱ ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες, θέτοντας μέ τίς αἰτήσεις ἀκυρώσεως στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας ζήτημα ἀντισυνταγματικότητος καί παραβιάσεως θεμελιωδῶν δικαιωμάτων, ὅπως ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τῶν δημόσιων βαρῶν, ἡ ἀναλογικότης καί ἡ παροχή πλήρους καί ἀποτελεσματικῆς δικαστικῆς προστασίας, καθ’ ὅτι ἀντιμετωπίζει τούς ἐλεύθερους ἐπαγγελματίες ὡς μισθωτούς, ἐνῷ πρόκειται περί διαφορετικῶν κατηγοριῶν φορολογουμένων, ὅπως, ἄλλως τε, καί τό ἴδιο τό ΣτΕ ἔχει κρίνει. Ἐπίσης, ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ τεκμηρίου, μέσῳ τῆς προβλεπομένης διαδικασίας ὑποβολῆς σέ φορολογικό ἔλεγχο, καθιστᾶ τό τεκμήριο ἐπί τῆς οὐσίας ἀμάχητο, καί ἀλλοιώνεται ἡ ἔννοια, ἡ λογική καί ἡ φύσις τοῦ φορολογικοῦ ἐλέγχου. Στό ΣτΕ κατέθεσαν ὁμαδικές αἰτήσεις ἀκυρώσεως οἱ 63 Δικηγορικοί Σύλλογοι τῆς Ἑλλάδος καί 15 σωματεῖα, ἑνώσεις καί ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες.

Συμφώνως πρός τήν γνωμοδότηση τοῦ τέως Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, καθηγητοῦ κ. Προκόπιου Παυλόπουλου, στήν ὁποία ἐστηρίχθη ἡ αἴτησις ἀκυρώσεως ἀπό τήν Συντονιστική Ἐπιτροπή Ἐλευθέρων Ἐπαγγελματιῶν καί Ἐπιστημόνων στό ΣτΕ, γιά τήν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ φορολογικοῦ νόμου «ἡ σημασία τῆς ἀνάδειξης τῆς “σύνθετης” ἀντισυνταγματικότητας τοῦ κατ’ οὐσίαν ἀμάχητου φορολογικοῦ τεκμηρίου, πού θεσπίζουν οἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 15 ἐπ. τοῦ ν. 5073/2023, ἔγκειται ὄχι μόνο στό ἐμφανές νομικό ἐνδιαφέρον της ἀλλά κατ’ ἐξοχήν στό ὅτι ἀποκαλύπτει καί μιά καίρια θεσμική καί πολιτική παθογένεια τῆς κρατικῆς μηχανῆς, τοὐλάχιστον κατά τό μέρος της ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀφορᾶ τήν, κρισιμότατη γιά τό κοινωνικό σύνολο καί γιά τήν ἀποτελεσματικότητα τοῦ Κράτους, ἐν γένει δημοσιονομική ὀργάνωση καί πολιτική. Τοῦτο ὀφείλεται καί στό ὅτι ἡ τακτική υἱοθέτησης ἀμάχητων φορολογικῶν τεκμηρίων ὄχι μόνο δέν εἶναι νέα, ἀλλ’ ἀνατρέχει στό ἀπώτερο παρελθόν, καί μάλιστα παγιούμενη καί ἐντεινόμενη, παρά τίς ἐπανειλημμένες “προειδοποιήσεις” ἰδίως τῆς νομολογίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.»

Μάλιστα, ὅπως ἐξηγεῖ, ἡ ἐκτελεστική ἐξουσία «ἀδυνατῶντας –ἤ καί παραλείποντας, λόγῳ “μικρόψυχου” ὑπολογισμοῦ τοῦ κακῶς νοούμενου “πολιτικοῦ κόστους”– νά θέσει τίς βάσεις σύγχρονων καί ἀποτελεσματικῶν δημόσιων ὑπηρεσιῶν, μέ τό ἀπαραίτητο σέ ἀριθμό καί καταξιωμένο σ’ ἐκπαίδευση καί τεχνοκρατική πεῖρα προσωπικό, ἡ Ἐκτελεστική Ἐξουσία, μέ “θεραπαινίδα” πραγμάτωσης τῶν ἐπιλογῶν της τήν Νομοθετική Ἐξουσία, ἐπιδίδεται σέ “ἀνέξοδες” πολιτικές εἴσπραξης ἄμεσων φόρων μέσῳ ἀμάχητων φορολογικῶν τεκμηρίων, τά ὁποῖα μοιραίως μεταθέτουν στούς “ὤμους” τῶν φορολογουμένων ἕνα “κυκλώπειο” οἰκονομικό βάρος.» Ἀναφερόμενος στίς ἀρχές ἐπισημαίνει ὅτι «καταφεύγουν στήν θέσπιση ἀμάχητων φορολογικῶν τεκμηρίων –κυρίως ὅταν διαθέτουν τήν ἀπαραίτητη καί “πρόθυμη” πλειοψηφία στήν Βουλή– προκειμένου νά εἰσπράξουν τό μέγιστο τῶν ἄμεσων φόρων μέ τήν “ἐλάσσονα” κατά τό δυνατόν προσπάθεια τῶν ἁρμόδιων φορολογικῶν ἀρχῶν, καί σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τόν καθορισμό τῆς φορολογητέας ὕλης καί σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τούς αὐτεπαγγέλτως διενεργούμενους ἀποδεικτικούς φορολογικούς ἐλέγχους.»

Ταυτοχρόνως, Θεμελιώδη Δικαιώματα τῶν μελῶν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου πλήττονται στόν πυρῆνα τους λόγῳ τῆς γενικευμένης «ἀποσάθρωσης» τῶν βασικῶν συνιστωσῶν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος ἐνώπιον τῶν δημόσιων βαρῶν, κατά τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 παρ. 5 τοῦ Συντάγματος. Περαιτέρω, καί ὡς οἱονεί «φυσική» συνέπεια, οἱ ἀνισότητες διευρύνονται ἀνεξέλεγκτα καί τό Κοινωνικό Κράτος Δικαίου –ὅπως καί ἡ Κοινωνική Δικαιοσύνη– ἀναντικατάστατη «ἀντηρίδα» τῆς Ἀντιπροσωπευτικῆς Δημοκρατίας κατά τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 25 παρ. 1 τοῦ Συντάγματος, ἐμφανίζει τάσεις προϊούσας καταρρεύσεως.

Στήν αἴτηση ἀκυρώσεως πού κατετέθη στό ΣτΕ, μεταξύ τῶν ἄλλων, ὑποστηρίζονται:

1. Ἡ ἀντίθεσις τοῦ τεκμηρίου, πού θεσπίζουν οἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 15 ἐπ. τοῦ Ν. 5073/2023, στίς συνταγματικές ἀρχές τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τῶν δημόσιων βαρῶν, τῆς ἀναλογικότητος καί τῆς παροχῆς πλήρους καί ἀποτελεσματικῆς δικαστικῆς προστασίας, καθ’ ὅτι ἀντιμετωπίζει τούς ἐλεύθερους ἐπαγγελματίες ὡς μισθωτούς, ἐνῷ πρόκειται περί διαφορετικῶν κατηγοριῶν φορολογουμένων, ὅπως, ἄλλως τε, καί τό ἴδιο τό ΣτΕ ἔχει κρίνει. Ταυτόχρονα, ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ τεκμηρίου, μέσῳ τῆς προβλεπόμενης διαδικασίας ὑποβολῆς σέ φορολογικό ἔλεγχο, καθιστᾶ τό τεκμήριο ἐπί τῆς οὐσίας ἀμάχητο, καί ἀλλοιώνεται ἡ ἔννοια, ἡ λογική καί ἡ φύσις τοῦ φορολογικοῦ ἐλέγχου.

2. Ἡ ὑπέρβασις τῶν ὁρίων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ ἄρθρου 28Α παρ. 5 τοῦ Ν. 4172/2013 ἀπό τήν ὑπ’ ἀριθ. A.1055/2024 ἀπόφαση τοῦ Διοικητοῦ τῆς ΑΑΔΕ, ἡ ὁποία οὐσιαστικά ἐπεκτείνει τόν ἔλεγχο καί σέ προηγούμενα φορολογικά ἔτη καί σέ ἄλλα φορολογικά ἀντικείμενα, πέραν τῆς φορολογίας εἰσοδήματος.

3. Τό τεκμήριο τοῦ ἐλάχιστου ἐτήσιου εἰσοδήματος, κατ’ ἄρθρο 28Α τοῦ Ν. 4172/2013, δέν εἶναι συνταγματικῶς ἀνεκτό, καθ’ ὅσον δέν ἀφορᾶ ἐξωτερικές ἐνδείξεις ἤ στοιχεῖα ἄμεσα συναρτώμενα μέ τό τεκμαιρόμενο συμπέρασμα, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλά βασίζεται στήν σύγκριση μέ τόν κατώτατο μισθό τῶν ἀπασχολουμένων μέ σχέση ἐξαρτημένης ἐργασίας, οἱ ὁποῖοι τελοῦν ὑπό διαφορετικές ἐπαγγελματικές καί εἰσοδηματικές συνθῆκες σέ σχέση μέ τούς ἀσκοῦντες ἀτομική ἐπιχείρηση.

Κεντρικό θέμα