1.500 «λουκέττα» σέ τρία ἔτη καί 3.000 ἀρτοποιεῖα πρό τοῦ κινδύνου τῆς πτωχεύσεως
Ἕνα ἐκ τῶν πιό ἀναγνωρισίμων σημείων τῆς καθημερινότητος στίς ἑλληνικές πόλεις, ἐδῶ καί δεκαετίες, ἄν ὄχι ἑκατονταετίες, «ὁ φοῦρνος τῆς γειτονιᾶς», εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος μέ μία ἐκ τῶν δυσκολωτέρων περιόδων τῶν τελευταίων ἐτῶν.
- Tοῦ Γιῶργου Μ. Ατσαλάκη
Τό ηὐξημένο λειτουργικό κόστος, οἱ ἀλλεπάλληλοι κρίσεις καί οἱ ὑποχρεώσεις πού συνεσωρεύθησαν τά προηγούμενα ἔτη ἔχουν περιορίσει δραματικῶς τίς ἀντοχές τῶν μικρῶν ἀρτοποιείων, μέ τόν κλάδο νά προειδοποιεῖ πλέον γιά νέο κῦμα «λουκέττων».
Μόνον τήν τελευταία τριετία, συμφώνως μέ τά στοιχεῖα πού ἐπαρουσίασαν τήν Τετάρτη 7 Ὀκτωβρίου οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἀρτοποιῶν, σέ συνέντευξη Τύπου, περίπου 1.500 ἐπιχειρήσεις ἔπαυσαν τήν λειτουργία τους. Ἐξ αὐτῶν, περίπου 300 ὁδηγήθησαν σέ κλείσιμο, ἐπειδή δέν ὑπῆρξε διάδοχος κατάστασις, καθώς ἡ ἑπομένη γενεά δέν εἶχε τήν ἐπιθυμία ἤ δέν ἦταν εἰς θέσιν νά ἀναλάβει τήν λειτουργία τῆς ἐπιχειρήσεως. Τά ὑπόλοιπα περίπου 1.200 «λουκέττα» ὅμως συνδέονται ἀμέσως μέ τίς διαδοχικές οἰκονομικές, ὑγειονομικές καί ἐνεργειακές κρίσεις, ἀλλά καί μέ τά βάρη πού συνεσωρεύθησαν στούς ἰσολογισμούς τῶν ἐπιχειρήσεων.
Μάλιστα, ἡ εἰκόνα πιθανόν νά γίνει ἀκόμη δυσκολώτερη. Ὅπως χαρακτηριστικῶς ἀνέφερε ὁ πρόεδρος τῆς ΓΣΕΒΕΕ, Γιῶργος Καββαθᾶς, περίπου 3.000 ἀκόμη ἀρτοποιεῖα εὑρίσκονται ἀντιμέτωπα μέ τόν κίνδυνο νά εὑρεθοῦν ἐκτός ἀγορᾶς, ἐφ’ ὅσον συνεχισθεῖ ἡ πίεσις ἀπό τό ἐνεργειακό κόστος, τίς ἀκριβότερες πρῶτες ὗλες καί τίς συσσωρευμένες οἰκονομικές ὑποχρεώσεις.
Σημειώνεται ὅτι σήμερα στήν χώρα λειτουργοῦν περίπου 12.000 ἀρτοποιεῖα, τά ὁποῖα ἀπασχολοῦν συνολικῶς περί τούς 60.000 ἐργαζομένους. Πρόκειται, κατά κύριο λόγο, περί μικρῶν ἐπιχειρήσεων πού λειτουργοῦν μέ περιορισμένα περιθώρια κέρδους καί καλοῦνται νά ἀπορροφήσουν ἕνα σημαντικό μέρος τῶν αὐξήσεων χωρίς νά μετακυλίσουν τό σύνολο τοῦ κόστους στόν καταναλωτή.
Ἡ ἐνέργεια «ροκανίζει» τίς ἀντοχές
Στό ἐπίκεντρο τῆς ἀνησυχίας εὑρίσκεται ἐκ νέου τό ἐνεργειακό κόστος. Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ὁμοσπονδίας Ἀρτοποιῶν Ἑλλάδος ὑπολογίζουν ὅτι ἡ συνολική ἐνεργειακή ἐπιβάρυνσις ἔχει αὐξηθεῖ κατά 35% ἕως 40%, τήν ὥρα πού τό κόστος τῶν πρώτων ὑλῶν ἔχει ἐνισχυθεῖ κατά 10% ἕως 15%. Στό ἠλεκτρικό ρεῦμα, ἡ τιμή πού ἀντιμετωπίζουν σήμερα οἱ ἐπαγγελματίες κινεῖται, συμφώνως μέ τά στοιχεῖα πού ἐπαρουσιάσθησαν, μεταξύ 0,264 καί 0,29 εὐρώ ἀνά κιλοβατώρα, ἀπό περίπου 0,21 εὐρώ τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2025.
Γιά ἕνα ἀρτοποιεῖο πού καταναλώνει 10.000 κιλοβατῶρες τόν μῆνα, ἡ διαφορά αὐτή μεταφράζεται σέ πρόσθετο ἐπιβάρυνση περίπου 1.000 ἕως 1.200 εὐρώ κάθε μῆνα. Ἀνάλογος εἶναι ἡ εἰκόνα καί στό φυσικό ἀέριο. Τό κόστος, συμφώνως μέ τούς ἀρτοποιούς, ἔχει ἀνέλθει στά 11-12 λεπτά, ὅταν πέρυσι εὑρίσκετο περίπου στά 4 λεπτά. Στό πετρέλαιο, ἡ τιμή ἔχει ἐπίσης κινηθεῖ ἀνοδικῶς, πλησιάζοντας τά 2 εὐρώ τό λίτρο, ἔναντι περίπου 1,70 εὐρώ τόν Αὔγουστο. Γιά μιά ἐπιχείρηση πού καταναλώνει 1.000 λίτρα τόν μῆνα, ἡ διαφορά μεταφράζεται σέ ἐπί πλέον κόστος περίπου 400 εὐρώ.
Τήν ἰδία στιγμή, ἀκριβότερες ἔχουν γίνει καί βασικές πρῶτες ὗλες. Οἱ ἐπαγγελματίες ἀναφέρουν αὐξήσεις στά ἄλευρα, στήν ζάχαρη καί στό ἡλιέλαιο, ἐνῷ στό συνολικό κόστος προστίθεται καί ἡ ἐπιβάρυνσις ἀπό τίς μεταφορές. Χαρακτηριστικῶς, βάσει τῆς ἀναλύσεως γιά τόν Σεπτέμβριο τῆς Τραπέζης Πειραιῶς γιά τά ἀγροτικά προϊόντα (Μηνιαῖο Ἐνημερωτικό Δελτίο Τιμῶν Ἀγροτικῶν Προϊόντων ἀπό τήν Πειραιῶς ‒ Σεπτέμβριος 2026), τό ἰσοζύγιο κινδύνων γιά τά ἀγροτικά προϊόντα παραμένει προσανατολισμένο πρός τήν ἀνοδική πλευρά, μέ τούς κλιματικούς καί γεωπολιτικούς παράγοντες νά συνεχίζουν νά παρέχουν στήριξη στίς τιμές.
Μέ αὐτά τά δεδομένα, ἡ Ὁμοσπονδία ἔχει ἤδη ἀπευθυνθεῖ στό Ὑπουργεῖο Περιβάλλοντος καί Ἐνεργείας, ζητῶντας παρεμβάσεις πού θά ἠδύναντο νά περιορίσουν τήν πίεση στίς ἐπιχειρήσεις.
«Μάχη» γιά νά μήν αὐξηθεῖ τό ψωμί
Παρά τό ηὐξημένο κόστος, οἱ ἀρτοποιοί ἐπιμένουν ὅτι μέχρι σήμερα ἔχουν ἐπιχειρήσει νά λειτουργήσουν ὡς «ἀνάχωμα» στίς ἀνατιμήσεις. Ὅπως ὑποστηρίζουν, ἡ τελευταία γενικευμένη αὔξησις στήν τιμή τοῦ ψωμιοῦ ἐπραγματοποιήθη τό 2022, στόν ἀπόηχο τῆς ἐνεργειακῆς καί ἐπισιτιστικῆς κρίσεως πού προεκάλεσε ἡ ρωσσική εἰσβολή στήν Οὐκρανία.
Ἔκτοτε, ὅπως ἀνέφεραν, προσπαθοῦν νά ἀπορροφήσουν τίς αὐξήσεις, μέ χαρακτηριστικό τό μήνυμα ὅτι «δίδουν μάχη νά μήν ἀνεβάσουν τήν τιμή». Δέν ἀποκλείουν ὡστόσο ὅτι τά περιθώρια αὐτά δύνανται νά περιορισθοῦν περαιτέρω, ἐάν οἱ σημερινές συνθῆκες παραμείνουν. Οἱ ἴδιοι ἀποφεύγουν νά προεξοφλήσουν τό ἐνδεχόμενο μιᾶς νέας αὐξήσεως, ἐπισημαίνοντας ὅτι κάθε ἀρτοποιεῖο ἔχει διαφορετική δομή κόστους καί ἑπομένως οἱ ἀποφάσεις γιά τίς τιμές λαμβάνονται μεμονωμένως.
Ἡ χρῆσις τῆς ὀνομασίας «φοῦρνος»
Ἐντός αὐτοῦ τοῦ δυσκόλου περιβάλλοντος, ὁ κλάδος ἀνοίγει παραλλήλως καί ἕνα ἄλλο μέτωπο: αὐτό τῆς χρήσεως τῆς ὀνομασίας «φοῦρνος». Οἱ ἐκπρόσωποι τῆς βιοτεχνικῆς ἀρτοποιίας ζητοῦν νά ἀλλάξουν οἱ κανόνες, ὥστε ὁ συγκεκριμένος ὅρος νά χρησιμοποιεῖται ἀποκλειστικῶς ἀπό ἐπιχειρήσεις πού παράγουν οἱ ἴδιες ψωμί.
Τό αἴτημα ἔχει ἤδη τεθεῖ στόν ὑπουργό Ἀναπτύξεως, Τάκη Θεοδωρικάκο, ἐνῷ ἑπόμενο πεδίο διεκδικήσεως ἀναμένεται νά εἶναι οἱ Βρυξέλλες. Ἡ πρότασις τῶν ἀρτοποιῶν προβλέπει οὐσιαστικῶς νά διαχωρίζονται οἱ ἐπιχειρήσεις πού παράγουν τό ψωμί ἀπό τά σημεῖα πώλησεως ἑτοίμων προϊόντων ἤ τά καταστήματα πού ψήνουν προψημένα προϊόντα. Ὅπως ἐξηγοῦν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ κλάδου, στόχος δέν εἶναι νά κλείσουν ἄλλες ἐπιχειρήσεις οὔτε νά κατευθυνθοῦν ὑποχρεωτικῶς οἱ καταναλωτές πρός τήν βιοτεχνική ἀρτοποιία.
Τό ζητούμενο, ὅπως λέγουν, εἶναι νά ἀποτυπώνει ἡ ἐμπορική ὀνομασία μέ σαφήνεια τί ἀκριβῶς παράγεται ἐντός τοῦ καταστήματος καί ποιά διαδικασία ἀκολουθεῖται μέχρι τό τελικό προϊόν. Ἡ συζήτησις ἐπιστρέφει ἔτσι ἕνδεκα ἔτη μετά τίς ἀλλαγές πού διηύρυναν τήν χρήση τῶν ὅρων «ἀρτοποιός» καί «φοῦρνος», στό πλαίσιο τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ τρίτου μνημονίου καί τῆς ἐργαλειοθήκης τοῦ ΟΟΣΑ. Σήμερα, οἱ ἐπαγγελματίες ζητοῦν ἡ ὀνομασία «φοῦρνος» νά συνδέεται ἐκ νέου μέ τήν παραγωγική διαδικασία καθ’ ἑαυτήν, ἀπό τήν ἐπεξεργασία τοῦ ἀλεύρου ἕως τήν παρασκευή τοῦ ψωμιοῦ.
Γιά τούς ἐπαγγελματίες πάντως τό ζήτημα δέν εἶναι μόνο θεσμικό. Εἶναι πρωτίστως οἰκονομικό. Ἡ διατήρησις ἑνός δικτύου 12.000 ἀρτοποιείων καί 60.000 θέσεων ἐργασίας διέρχεται μέσῳ τῆς δυνατότητος τῶν μικρῶν ἐπιχειρήσεων νά ἀντέξουν τό κόστος ἐνεργείας, τῶν πρώτων ὑλῶν καί τῶν συσσωρευμένων ὑποχρεώσεων.



