Ὁ Γενικός Διευθυντής Ψηφιακῆς Στρατηγικῆς τοῦ Ὁμίλου μας περιγράφει ὅσα ἔζησε ὡς στέλεχος στήν μεγάλη ἀμερικανική ἐφημερίδα στήν Νέα Ὑόρκη
Ἡ ἀποπομπή τῆς Κίμπερλυ Γκίλφοϋλ καί οἱ ἐπακόλουθες πολιτικές ἀποκαλύψεις σέ ΗΠΑ καί Ἑλλάδα ὀφείλονται σέ μία ἐφημερίδα, τήν «Wall Street Journal», πού πρώτη ἔφερε στήν δημοσιότητα τίς σχέσεις τῆς πρώην πρέσβειρας μέ Ἕλληνες καί ξένους ἐπιχειρηματίες, τίς ἔμμεσες ἀπειλές της γιά τήν δημοκρατία σέ Ἑλλάδα καί Ρουμανία καί τά μηνύματά της στά ὁποῖα ζητοῦσε χρήματα ἀπό Ρεπουμπλικᾶνο ἐπιχειρηματία.
- Tοῦ Μιχαλη Κοσμιδη
Πῶς ὅμως ἕνας τέτοιος τεράστιος ὀργανισμός διενεργεῖ μιά τέτοια ἔρευνα; Πῶς μπορεῖ κάποιος νά εἶναι πεπεισμένος πώς τά ὅσα δημοσιεύονται εἶναι ἀκριβῆ καί ἀξιόπιστα; Προσωπικά, ἔχοντας τήν τιμή νά ἐργαστῶ γιά τήν «Journal» στό Λονδῖνο καί στήν Νέα Ὑόρκη, μπορῶ ἀπερίφραστα νά πῶ ὅτι ἐγγύηση τῆς ἀξιοπιστίας τῶν ἄρθρων εἶναι κατ’ ἀρχήν αὐτό καθ’ ἑαυτό τό γεγονός ὅτι τά δημοσιεύει ἡ «Wall Street Journal».
Ἄς ἐξηγηθῶ. Ἡ «WSJ» εἶναι μιά ἀπό τίς ἀρχαιότερες ἐφημερίδες, ἱδρυμένη τό 1889. Οἱ παρατηρητικοί θά ἔχουν προσέξει τήν τελεία στό τέλος τοῦ τίτλου τῆς ἐφημερίδας («The Wall Street Journal.»), πού ἔχει διατηρηθεῖ ἀπό τόν 19ο αἰῶνα, ὅταν οἱ ἀμερικανικές ἐφημερίδες ἔβαζαν τελεία στό τέλος τοῦ τίτλου τους.
Σήμερα, ἀνήκει στόν ὅμιλο Dow Jones (τοῦ γνωστοῦ χρηματιστηριακοῦ δείκτη τοῦ χρηματιστηρίου τῆς Νέας Ὑόρκης) καί εἶναι τῶν εὐρύτερων συμφερόντων τοῦ μεγιστάνα τοῦ Τύπου, Ροῦπερτ Μέρντοχ. Δραστηριοποιεῖται σέ πάνω ἀπό 40 χῶρες, μέ ἕνα δυναμικό περίπου 1.500 δημοσιογράφων. Διέπεται ἀπό τό ἀμερικανικό νομικό καί ρυθμιστικό πλαίσιο πού ἐπιβάλλει τόν σαφῆ διαχωρισμό τῆς εἴδησης καί τῶν γεγονότων ἀπό τήν μία καί τῆς ἄποψης ἤ ἀνάλυσης ἀπό τήν ἄλλη.
Τά ἄρθρα τῆς «Journal» μόνο περιγράφουν ἁπλᾶ, καθαρά καί διασταυρωμένα γεγονότα, ὄχι ἀπόψεις, προσεγγίσεις, ὑποψίες ἤ ἀναλύσεις. Ἡ ὁμάδα πού ἀσχολήθηκε μέ τίς ἀποκαλύψεις γιά τήν Γκίλφοϋλ ἀποτελεῖται ἀπό μιά σειρά πολυβραβευμένων δημοσιογράφων. Ἐπί κεφαλῆς της εἶναι ὁ Μαρσέλο Πρίνς, ἀρχισυντάκτης μέ πάνω ἀπό εἰκοσαετῆ θητεία στήν «Journal», βραβευμένος μέ βραβεῖα Πούλιτζερ. Κύρια ἀρθρογράφος εἶναι ἡ Ντάνα Ματτιόλι, πολυβραβευμένη ρεπόρτερ, μεταξύ ἄλλων μέ Πούλιτζερ πέρυσι γιά τά ρεπορτάζ της σχετικά μέ τόν Ἔλον Μάσκ.
Μαζί της, ἡ Ρεμπέκκα Μπόλχαους, βραβευμένη μεταξύ ἄλλων μέ Πούλιτζερ τό 2015 γιά τό ρεπορτάζ της πού ἀποκάλυψε τίς πληρωμές τοῦ Ντόναλντ Τράμπ σέ μιά σειρά γυναικῶν κατά τήν διάρκεια τῆς προεκλογικῆς του ἐκστρατείας γιά τήν προεδρία. Κι ἀκόμα πολλοί ἄλλοι, ὅπως ὁ βραβευμένος καί πολυταξιδεμένος Ντρού Χίνσο, πού ἔχει κάνει ρεπορτάζ σέ πάνω ἀπό 50 χῶρες, καί ἡ Βέρα Μπεργκενγκροῦεν, πού ἐνίσχυσε τήν ὁμάδα τῆς Οὐάσιγκτων DC, προερχόμενη ἀπό τό περιοδικό «Time».
Ἀξίζει νά σημειωθεῖ πώς σέ μιά συγκυρία πού συνέδεσε, κατά κάποιον τρόπο, τίς δυό ἐφημερίδες μέ τήν μακρά ἱστορία, τήν «WSJ» τοῦ 1889 μέ τήν «Ἑστία» τοῦ 1876, ἡ Μπεργκενγκροῦεν δημοσίευσε στό Χ (πρώην twitter) φωτογραφία τοῦ πρωτοσέλιδού μας τῆς περασμένης Κυριακῆς, πού εἶχε τίτλο «Οἱ σχέσεις ὀργῆς Μαξίμου-Γκίλφοϋλ». Ἡ ἐμπλοκή τέτοιων ἔμπειρων δημοσιογράφων στά ρεπορτάζ γιά τήν Γκίλφοϋλ ἀποτελεῖ τήν πρώτη ἐγγύηση γιά τήν ἀκρίβειά τους. Μιλᾶμε γιά δημοσιογράφους μέ βαθειά γνώση τοῦ χώρου καί διασυνδέσεις στήν ἀμερικανική πρωτεύουσα καί τήν ἀμερικανική πολιτική σκηνή.
Τό δεύτερο ἐχέγγυο εἶναι οἱ διαδικασίες τῆς «Wall Street Journal». Ἡ «WSJ» εἶναι ἐφημερίδα πού εἰδήσεις της συχνά κινοῦν τό χρηματιστήριο. Ἡ ἀκρίβεια στά ἄρθρα της ἀποτελεῖ τήν ὑπέρτατη δημοσιογραφική της ἀξία. Τά μηνύματα τῆς Γκίλφοϋλ ἔφτασαν ἀπό μιά πηγή σέ τρεῖς δημοσιογράφους τῆς ἐφημερίδας ‒ ἑκατοντάδες μηνύματα, ἀπό πηγή πού ἦταν διατεθειμένη νά ἐμφανιστεῖ ἐπώνυμα, τόν Ἔρικ Ντῆτερς. Ἡ Ματτιόλι μέ τήν Μπόλχαους ἔκαναν μιά συνομιλία μέσῳ βίντεο μαζί του, γιά νά ἐπαληθεύσουν πράγματα, ὅπως τά νούμερα τοῦ κινητοῦ, νά δοῦν τήν ἀλληλουχία τῶν μηνυμάτων καί νά βεβαιωθοῦν πώς ὄντως τά πράγματα ἦταν ὅπως τά παρουσίαζε ὁ Ντῆτερς. Γιά τήν «WSJ» αὐτό δέν ἦταν ἀρκετό.
Ἡ «Journal» ἔχει τήν ἀρχή τῆς «δημοσιογραφίας χωρίς ἐκπλήξεις». Μέ ἄλλα λόγια, κανείς δέν πρέπει νά ἐκπλαγεῖ, ὅταν δεῖ ἄρθρο πού τόν ἤ τήν ἀφορᾶ. Προσέγγισαν τήν Γκίλφοϋλ, θέτοντας ὑπ’ ὄψιν τῶν δικηγόρων της τά μηνύματα πού εἶχαν στά χέρια τους, ζητῶντας τήν ἐπιβεβαίωση, τήν διάψευση ἤ τόν σχολιασμό τους. Δικηγόρος τῆς πρώην πρέσβειρας ἀρνήθηκε τήν αὐθεντικότητα τῶν μηνυμάτων, χωρίς ὅμως νά δώσει συγκεκριμένα στοιχεῖα. Προφανῶς, ἡ θέση τους ἐνσωματώθηκε στό ἄρθρο.
Καμμία ἔρευνα τῆς «Journal» δέν δημοσιεύεται χωρίς νά περάσει ἐξονυχιστικό ἔλεγχο. Ἀρχισυντάκτες καί δημοσιογράφοι τῆς ἐφημερίδας μέ μεγάλη πεῖρα, πού δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τήν συγκεκριμένη ἔρευνα, «κοσκινίζουν» τά ἄρθρα ἐντοπίζοντας πιθανές ἀσάφειες, ἀνακρίβειες καί κενά σημεῖα πού θέλουν περαιτέρω διερεύνηση. Κανένα ἄρθρο δέν δημοσιεύεται, ἄν δέν λυθοῦν τά ὅποια ζητήματα πού πιθανόν ἐγερθοῦν. Ἄν κρίνεται ἀπαραίτητο, μπορεῖ νά ἐμπλακεῖ καί ὁμάδα δικηγόρων, πού ἐντοπίζει σημεῖα τά ὁποῖα ἴσως ἔχουν νομικές ἐπιπλοκές. Ἡ ἀναφορά τους δέν εἶναι ὑποχρεωτική γιά τούς δημοσιογράφους. Ἡ ἀπόφαση γιά τό ἄν θά μείνει ἤ ἄν θά φύγει κάτι ἀπό τό ἄρθρο λαμβάνεται μέ δημοσιογραφικά κριτήρια – ὄχι μέ νομικά.
Εἶναι δεδομένο πώς ἰδιαίτερα σέ τέτοιες ἔρευνες, πού ἔχουν ἐν δυνάμει σημαντικό πολιτικό ἀντίκτυπο, ἔχει ἄμεση ἐμπλοκή μέ ἔλεγχο, συμβουλές καί καθοδήγηση ἡ διευθύντρια τῆς «Journal», Ἔμμα Τάκερ, ἡ πρώτη γυναῖκα διευθύντρια τοῦ ἱστορικοῦ τίτλου, πού ἦταν προηγουμένως διευθύντρια τῶν Κυριακάτικων «Times» τοῦ Λονδίνου. Προσωπικά, πιστεύω πώς καί ὁ ἴδιος ὁ Ροῦπερτ Μέρντοχ θά εἶχε κάποιο λόγο σέ μιά τέτοια ἔρευνα, ὄχι μόνο ὡς ἐκδότης, ἀλλά κι ἐπειδή, παρά τήν ἡλικία καί τά πλούτη του, παραμένει κατά βάθος δημοσιογράφος μέ δίψα γιά μιά καλή ἱστορία.
Μέ ὅλα αὐτά, σημαίνει πώς ἡ «Wall Street Journal» εἶναι ἀλάνθαστη; Κάθε ἄλλο. Κάνει ὅμως ὅ,τι μπορεῖ, γιά νά διατηρήσει τήν δημοσιογραφία στό ὑψηλότερο ἐπίπεδο. Ἀναγνωρίζει δημόσια τά λάθη της, ἀκόμα καί τά μικρότερα, μέ συγκεκριμένη ἀναγραφή καί ἀποκατάσταση τῆς ἀλήθειας, ὅπου χρειάζεται, σέ ἔντυπο, διαδίκτυο, βίντεο ἤ podcast. Κι ἔχει τό πιό αὐστηρό σύστημα ἐπαλήθευσης καί ἐλέγχου τῆς ποιότητας πού ἔχω δεῖ σέ Μέσο. Τό ὄνομα ἑνός δημοσιογραφικοῦ Μέσου εἶναι τό μεγαλύτερο κεφάλαιο πού διαθέτει. Καί ἡ «Wall Street Journal» ἔχει ἕνα τεράστιο κεφάλαιο νά διαφυλάξει.



