Ὁ εἰσαγγελεύς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπικαλεῖται τόν κ. Φουρθιώτη!

Γιά νά ἀρχειοθετήσει τήν κατηγορία τῆς κατασκοπείας – Ὁ παρουσιαστής, τό «Ἀλ Τσαντίρι» καί ἡ ἔννοια τοῦ κρατικοῦ ἀπορρήτου – Τί γράφει ὁ κ. Τζαβέλλας στήν διάταξή του

Διαβάσαμε μετά μεγίστης προσοχῆς τήν διάταξη τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα μέ τήν ὁποία ἀρχειοθετεῖται ἐκ νέου ἡ ὑπόθεση τῶν ὑποκλοπῶν. Δέν θά ὑπεισέλθουμε στό ἐκτεταμένο νομικό σκεπτικό της καί τήν πλούσια νομολογία πού τό συνοδεύει. Σεβόμαστε τήν Δικαιοσύνη καί τίς ἀποφάσεις της. Ἀκόμη καί στήν κατάσταση σχετικῆς ἀξιοπιστίας πού ἔχει περιέλθει, σύμφωνα μέ ὅλες τίς μετρήσεις, στήν συνείδηση τῶν πολιτῶν, στήν τρέχουσα συγκυρία.

  • Tοῦ Mανώλη Κοττάκη

Σέ μιά συγκυρία κατά τήν ὁποία ἡ κοινή γνώμη διαπιστώνει τήν γενικώτερη ἀπροθυμία τμήματος τῆς Δικαιοσύνης νά διερευνήσει πιθανά ποινικά ἀδικήματα τῆς πολιτικῆς μας τάξεως καί τήν σπουδή της μᾶλλον νά ἀρχειοθετεῖ, αὐτοβούλως, ὑποθέσεις μείζονος δημοσίου συμφέροντος. Ἤ νά ἀπέχει ἀπό αὐτές. Ἡ ὅποια ἔκπληξη τήν ὁποία αἰσθανόμαστε ὡς Ἕλληνες πολῖτες ἀπό τήν διάταξη τοῦ κυρίου Τζαβέλλα δέν συνίσταται στήν πράξη τῆς ἀρχειοθετήσεώς της, ἀλλά σέ δύο ἰδιαίτερα «τεχνικά» χαρακτηριστικά πού ὁδηγοῦν στήν «θεμελίωσή» της.

Πρῶτον, στήν ἔννοια πού δίδει ὁ εἰσαγγελεύς στό κρατικό ἀπόρρητο καί κατά συνέπεια στό ἀδίκημα τῆς κατασκοπείας.

Δεύτερον, στίς ἐκτεταμένες διαπιστώσεις πού κάνει γιά νά ἀρχειοθετήσει τήν ὑπόθεση, οἱ ὁποῖες, κατά τήν κοινή πεῖρα, θά ἔπρεπε νά εἶναι ἀντικείμενο τῆς δικανικῆς πεποιθήσεως δικαστηρίου ἐνώπιον ἀκροατηρίου καί ὄχι μονοπρόσωπης εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς.

Ὁ εἰσαγγελεύς κατηγορεῖ ἤ δέν κατηγορεῖ. Δέν ἀθωώνει, δέν καταδικάζει. Ἐν προκειμένῳ ὁ κύριος εἰσαγγελεύς ὑπεισέρχεται στήν οὐσία τῆς ὑποθέσεως καί τρόπον τινά τήν δικάζει γιά νά ἀπαλλάξει κατηγορουμένους, ὑπαρκτούς καί ἀόρατους, ἀπό τήν κατηγορία τῆς κατασκοπείας. Τό ἴδιο συνέβη προσφάτως καί μέ ἄλλον εἰσαγγελέα, πού ἔθεσε ἀρχικῶς στό ἀρχεῖο πόρισμα Ἀνεξάρτητης Ἀρχῆς γιά τήν περιουσιακή κατάσταση δημοσίου προσώπου. Ὁ εἰσαγγελεύς ὑπεισῆλθε στήν οὐσία τῆς ὑποθέσεως καί τό ἀθώωσε ἐπικαλούμενος τήν διάταξη τῆς νομικῆς πλάνης.

Στό σημεῖο πού ἔχουν φθάσει τά πράγματα διακρίνουμε μιά σύγχυση. Τήν σύγχυση τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν στό ἐσωτερικό αὐτῶν, ἡ ὁποία περιγράφεται ἀνέτως μέ ἐκκλησιαστικούς ὅρους: Εἰσπήδησις εἰσαγγελέων στίς ἁρμοδιότητες τῶν δικαστῶν.

Ὅσον ἀφορᾶ τό κρατικό ἀπόρρητο, μένουμε ἐνεοί: Ναί μέν ἡ διοίκηση χαρακτηρίζει ἀπόρρητο αὐτό πού θεωρεῖ καί ἡ διαβάθμιση κάθε ἐγγράφου ἤ πληροφορίας ἐκ μέρους της δεσμεύει τήν Δικαιοσύνη, ἀλλά, ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ἰσχυρισμός τοῦ εἰσαγγελικοῦ λειτουργοῦ ὅτι τά ἐμπιστευτικά ἔγγραφα ἠλεκτρονικῆς ἀλληλογραφίας πού εἶναι ἀδιαβάθμητα δέν θεωροῦνται κρατικά ἀπόρρητα ἐκπλήσσει. Ἕνα mail ἤ μιά συνομιλία μεταξύ ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν πού περιέχουν κρατικά μυστικά καί ἡ τυχόν διαρροή τους σέ τρίτους ἐπιφέρει ζημία στήν διεθνῆ ὑπόσταση τοῦ κράτους δέν συνιστοῦν κατασκοπεία; Γιατί στήν ἀνάλυσή του γιά τό κρατικό ἀπόρρητο ὁ κύριος εἰσαγγελεύς δέν περιλαμβάνει τίς ὑποκλαπεῖσες συνομιλίες λειτουργῶν τῶν ὁποίων τά καθήκοντα εἶναι διαρκῶς συνδεδεμένα μέ τήν ἐθνική ἀσφάλεια, ὅπως ὁ ΥΠΕΞ ἤ ὁ Α/ΓΕΕΘΑ; Δέν ἐμπίπτουν οἱ συνομιλίες τους στά ἀπόρρητα;

Καί ἐδῶ ὁ εἰσαγγελεύς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἄν καί ἔχει τό δικαίωμα ὡς ὑπερκειμένη Ἀρχή, «πετᾶ στά σκουπίδια» τήν ἀπόφαση τοῦ Μονομελοῦς Πλημμελειοδικείου καί τήν ἀρχειοθετεῖ μπαίνοντας στήν οὐσία τῆς ὑποθέσεως. Ἀξιολογεῖ τί εἶναι κρατικό ἀπόρρητο ἐρευνῶντας τά πραγματικά περιστατικά, ἐνῷ ἕνας εἰσαγγελεύς ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ δημοσίου συμφέροντος μέ μόνες τίς ἀποχρῶσες ἐνδείξεις διατάσσει περαιτέρω ἔρευνα ἤ καί παραπέμπει.

Βεβαίως, ὁ κύριος Τζαβέλλας διευκολύνεται καί ἀπό τήν δειλία τῶν πολιτικῶν καί ἄλλων προσώπων νά ἀσκήσουν τά δικαιώματά τους καί νά καταγγείλουν τήν παραβίαση τοῦ ἀπορρήτου τους μέ μηνύσεις, ἀλλά ἀπό πότε ἕνας εἰσαγγελεύς ἐξαρτᾶ τίς πρωτοβουλίες του ἀπό τό τί κάνουν οἱ δυνητικοί διάδικοι; Τά συμφέροντα τῆς Πολιτείας προστατεύει ἐν συνόλῳ, ὄχι ἀτομικῶς τῶν τυχόν θιγομένων διαδίκων. Ἐάν εἶναι νομικά ἐξαρτώμενος ἀπό τίς ἐνέργειες αὐτῶν, τότε ἡ λέξη «αὐτεπαγγέλτως» στήν νομοθεσία μας τί νόημα ἔχει; Τί νόημα ἔχει ἐπίσης νά προχωρᾶ ὁ εἰσαγγελεύς σέ ἔκδοση ἀποφάσεως στήν οὐσία, πού ἀπαλλάσσει τόν περίφημο Χασάπη, τήν ΕΥΠ καί τό ΚΕΤΥΑΚ ἀπό τυχόν ποινικές εὐθῦνες γιά τήν παρακολούθηση Ἀνδρουλάκη; Αὐτό δέν εἶναι ἁρμοδιότης τῆς ἀνακρίσεως ἤ κάνουμε λάθος; Τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ κυρίου Τζαβέλλα ὅτι οἱ «ἐνδείξεις» πού ἐπικαλεῖται ἡ ἀπόφαση τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι «ἀσθενέστατες;».

Ποιές εἶναι οἱ «ἀσθενέστατες»; Γιατί δέν τίς λέει, νά καταλάβουν καί οἱ πολῖτες σέ τί «ἀσθενοῦν»; Ὅταν πρόκειται γιά παρακολούθηση πολιτειακοῦ παράγοντα, ἔχει ἡ Δικαιοσύνη τήν πολυτέλεια νά ἀξιολογεῖ ἐνδείξεις ἀντί νά διατάσσει περαιτέρω ἔρευνα; Ἔχει τήν πολυτέλεια νά μιλᾶ γιά «ἀτέρμονο κύκλο ἐρευνῶν χωρίς οὐσιαστικό λόγο»; Δέν εἶναι οὐσιαστικός λόγος ἡ Δημοκρατία, κύριε εἰσαγγελεῦ; Στήν πραγματικότητα, ὁ κύριος Τζαβέλλας μαλώνει τόν δικαστή καί τόν εἰσαγγελέα πού τοῦ διαβίβασαν στοιχεῖα γιά ἐμπλοκή τῆς ΕΥΠ στήν παρακολούθηση Ἀνδρουλάκη (τούς κ.κ. Ἀσκιανάκη καί Παυλίδη). Τούς ἐγκαλεῖ γιατί δέν ἐγκατέλειψαν τήν κυρία δίκη γιά νά ἀναζητήσουν οἱ ἴδιοι τά στοιχεῖα!

Καί τό κορυφαῖο: Στήν προσπάθειά του νά ἀποδομήσει τό κρατικό ἀπόρρητο, ὁ κύριος εἰσαγγελεύς φλερτάρει, τολμοῦμε νά γράψουμε θλιμμένοι, μέ κάτι ἀδιανόητο: Νά κινηθεῖ ὡς δορυφόρος στήν τροχιά τῆς γελοιότητος καί τῆς ἐπιθεωρήσεως. Χρησιμοποιεῖ ὡς ἐπιχείρημα μή διαπράξεως κατασκοπείας τό ὅτι παρακολουθοῦνταν τά τηλέφωνα τοῦ Μενέλαου Φουρθιώτη καί τοῦ Λάκη Λαζόπουλου, οἱ ὁποῖοι «δέν ἦταν στόχος κατασκόπων»! «Τσουβαλιάζει» τους παρακολουθούμενους, ὑπουργούς, στρατιωτικούς, δικαστές, μέ ταλαντούχους ἠθοποιούς, παρουσιαστές, τέως μάνατζερ ἀμφιβόλου ἠθικῆς περσόνων, γιά νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ συνύπαρξη ὅλων τους σέ ἑνιαία λίστα ὑποκλοπῶν συνιστᾶ ἀπόδειξη μή κατασκοπείας. Ἡ δέ συμπερίληψή τους μεταξύ τῶν παρακολουθουμένων ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν καί Δημοσίας Τάξεως, τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καί τῆς ΕΛΑΣ, δέν συνιστᾶ, κατά τόν κύριο εἰσαγγελέα, λόγο ἔρευνας γιά κατασκοπεία.

Ἀδιάσειστο στοιχεῖο, πράγματι. Ἄν δέν εἶναι ὁ Λάκης ἤ ὁ Μένιος «στόχος κατασκόπων», δέν εἶναι καί ὁ Δένδιας, ὁ Φλῶρος καί ὁ Χρυσοχοΐδης. Ράβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει! Ποιός σοφός τό σκέφτηκε; Δέν πιστεύουμε κάποιος πού ἔχει στό κινητό του μηνύματα τοῦ Μένιου! Στό σημεῖο αὐτό κατηγορεῖται τό πρωτοβάθμιο δικαστήριο ὅτι «πιθανολογεῖ ἀνεπιβεβαίωτα» κατασκοπεία. Τό δικαστήριο ὅμως δέν «πιθανολογεῖ». Διατάσσει περαιτέρω ἔρευνα γιά νά «ἐπιβεβαιωθεῖ» ἤ ὄχι ἡ κατασκοπεία.

Θά κλείσουμε μέ ἕνα πολιτικό συμπέρασμα: Ὅσο πιό πολύ συμπιέζεται τό καπάκι τῆς κατσαρόλας γιά τήν ἀποφυγή ποινικῶν περιπλοκῶν τρίτων, τόσο αὐξάνεται ὁ κίνδυνος τοῦ νά ἐκτιναχθεῖ πολιτικά καί νά τά «σαρώσει» ὅλα. Ὁ κύριος εἰσαγγελεύς, χωρίς νά εἶναι στίς προθέσεις του ἤ στίς ἐπιδιώξεις του (λογικά, τοῦ εἶναι ἀδιάφορο), ἴσως μέ τήν διάταξή του καταφέρει νά «ἑνώσει» ἑκατομμύρια δημοκρατικούς πολῖτες.

Ἐκτός ἀπό τήν «ὑπερχειλίζουσα ὑποκειμενική ὑπόσταση» πού ἀπαιτεῖ τό ἀδίκημα τῆς κατασκοπείας γιά τήν δίωξή του (ὅπως γράφει ὁ εἰσαγγελεύς), ὑπάρχει καί ἄλλη «ὑπερχειλίζουσα» στόν νομικό μας πολιτισμό: Ἡ δημοκρατική εὐαισθησία.

Advertisement 1













Advertisement 3

Advertisement 4

Κεντρικό θέμα