Ἡ Εὐρώπη μπροστά στόν κίνδυνο μιᾶς εὐρύτερης κρίσης;

Η Εὐρώπη εἰσέρχεται σέ μιά περίοδο κατά τήν ὁποία ἡ οἰκονομική ἀδυναμία, ἡ πολιτική ἀστάθεια, ἡ κοινωνική δυσαρέσκεια καί ἡ στρατιωτική ἀνασφάλεια συγκλίνουν.

Κάθε πρόβλημα χωριστά θά μποροῦσε νά ἀντιμετωπιστεῖ.

  • Ἄρθρο τοῦ Μιχάλη Σάλλα ἀπό τό «Βῆμα τῆς Κυριακῆς»

Ἡ ταυτόχρονη ἐμφάνισή τους, ὅμως, περιορίζει τίς δυνατότητες ἀντίδρασης καί αὐξάνει τόν κίνδυνο μιᾶς εὐρύτερης κρίσης. Μέ τά σημερινά δεδομένα, ἐκτιμῶ ὅτι ὁ κίνδυνος μιᾶς σοβαρῆς εὐρωπαϊκῆς κρίσης ἔχει αὐξηθεῖ αἰσθητά. Δέν εἶναι ἀναπόφευκτη, ἀλλά ἡ σύγκλιση αὐτῶν τῶν πιέσεων καθιστᾶ ἀναγκαία τήν ἔγκαιρη προετοιμασία. Τό ζητούμενο εἶναι νά περιοριστοῦν ἡ ἔκταση, ἡ διάρκεια καί οἱ συνέπειές της. Διότι αὐτή τή φορά οἱ κίνδυνοι δείχνουν εὐρύτεροι ἀπό ἐκείνους τῆς προηγούμενης χρηματοπιστωτικῆς καί εὐρωπαϊκῆς κρίσης χρέους τοῦ 2009-2010.

Τότε, ἡ ἀναταραχή ξεκίνησε ἀπό τό χρηματοπιστωτικό σύστημα καί μεταφέρθηκε στά δημόσια οἰκονομικά, στήν παραγωγή καί στήν ἀπασχόληση. Σήμερα, στίς οἰκονομικές δυσκολίες προστίθενται πόλεμοι, ἐνεργειακή ἀνασφάλεια, τεχνολογικός ἀνταγωνισμός καί βαθύτερος πολιτικός κατακερματισμός. Οἱ πιέσεις ἀγγίζουν ταυτόχρονα τή Γαλλία, τή Γερμανία, τήν Ἰταλία καί τήν Ἱσπανία, τίς τέσσερεις μεγαλύτερες οἰκονομίες τῆς Εὐρωζώνης. Αὐτό δέν ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἑπόμενη ὕφεση θά εἶναι βαθύτερη. Ὑποδηλώνει, ὅμως, ὅτι οἱ συνολικές συνέπειες μιᾶς νέας κρίσης μποροῦν νά ἀποδειχθοῦν μεγαλύτερες καί ἡ ἀντιμετώπισή της δυσκολότερη.

Στήν προηγούμενη κρίση, ἡ Εὐρώπη μποροῦσε νά προσβλέπει στή σταθεροποίηση τοῦ χρηματοπιστωτικοῦ συστήματος καί στή σταδιακή ἀποκατάσταση τῆς ἐμπιστοσύνης. Σήμερα, μιά παρέμβαση στίς τράπεζες ἤ στίς ἀγορές ὁμολόγων δέν ἀρκεῖ γιά νά ἀντιμετωπίσει παράλληλα μιά ἐνεργειακή διαταραχή, μιά στρατιωτική κλιμάκωση καί τήν ἀπώλεια παραγωγικῆς ἀνταγωνιστικότητας. Ἐπί πλέον, οἱ κυβερνήσεις καλοῦνται νά χρηματοδοτήσουν τήν ἄμυνα, τή δημογραφική γήρανση καί τόν τεχνολογικό ἐκσυγχρονισμό, διατηρῶντας τήν κοινωνική προστασία. Ἄν καταφύγουν σέ γενικευμένες περικοπές, κινδυνεύουν νά ἀποδυναμώσουν τή ζήτηση καί τήν κοινωνική συναίνεση. Ἄν αὐξήσουν ἀνεξέλεγκτα τόν δανεισμό, ἐπιβαρύνουν τή μελλοντική τους ἀντοχή. Ἡ εἰκόνα γίνεται σαφέστερη ἄν δοῦμε πῶς ἐκδηλώνονται αὐτές οἱ πιέσεις στίς τέσσερις μεγαλύτερες οἰκονομίες τῆς Εὐρωζώνης.

Ἡ Γαλλία προσφέρει τό πιό ἄμεσο προειδοποιητικό σῆμα. Σύμφωνα μέ τή γαλλική στατιστική ὑπηρεσία INSEE, τό δημόσιο χρέος της ἔφθασε στό 119% τοῦ ΑΕΠ τό δεύτερο τρίμηνο τοῦ 2026, ἐνῷ τό δημοσιονομικό ἔλλειμμα τοῦ 2025 ἦταν 5,1%. Ἡ πολιτική ἀβεβαιότητα πρίν ἀπό τίς προεδρικές ἐκλογές τοῦ 2027 δυσκολεύει τίς ἀποφάσεις γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς δημοσιονομικῆς ἰσορροπίας. Στίς 5 Ὀκτωβρίου, τό Reuters συνέδεσε τήν ὑποχώρηση τοῦ εὐρώ σέ χαμηλό δεκαεπτά μηνῶν ἔναντι τοῦ δολλαρίου μέ τίς ἀνησυχίες γιά τά γαλλικά δημόσια οἰκονομικά. Ἡ ἀδυναμία πολιτικῆς συνεννόησης μετατρέπεται ἤδη σέ οἰκονομικό κόστος.

Μιά παρατεταμένη γαλλική ἀναταραχή θά ἐπηρέαζε ὁλόκληρη τήν Εὐρωζώνη. Ἡ αὔξηση τοῦ κόστους δανεισμοῦ περιορίζει τούς πόρους γιά ἐπενδύσεις καί κοινωνικές ὑπηρεσίες, ἐνῷ μπορεῖ νά ἐπιβαρύνει τράπεζες καί ἐπιχειρήσεις. Παράλληλα, ἕνα ἀσθενέστερο εὐρώ ἀκριβαίνει εἰσαγωγές ἐνέργειας καί πρώτων ὑλῶν πού τιμολογοῦνται σέ δολλάρια. Ἔτσι, ἡ δημοσιονομική δυσκολία μπορεῖ νά ἐνισχύσει τήν ἀκρίβεια καί ἡ ἀκρίβεια νά ὀξύνει τήν κοινωνική ἀντίδραση, δυσκολεύοντας ἀκόμη περισσότερο τίς πολιτικές ἀποφάσεις.

Ἄν στή Γαλλία ἡ πίεση ἐκδηλώνεται κυρίως στά δημόσια οἰκονομικά καί στίς ἀγορές, στή Γερμανία τό κεντρικό πρόβλημα εἶναι ἡ δυσκολία ἀνάκτησης τοῦ ρόλου της ὡς ἰσχυρῆς κινητήριας δύναμης τῆς εὐρωπαϊκῆς οἰκονομίας. Μετά ἀπό δύο χρόνια ὕφεσης, ἡ ἀνάπτυξη τοῦ 2025 περιορίστηκε στό 0,2%. Τό Reuters ἀνέφερε στίς 2 Ὀκτωβρίου 2026 ὅτι ἡ γερμανική κυβέρνηση ἐπρόκειτο νά αὐξήσει τήν πρόβλεψη ἀνάπτυξης ἀπό 0,5% σέ 1,3% γιά τό 2026 καί ἀπό 0,9% σέ 1,1% γιά τό 2027. Ἡ προοπτική αὐτῆς τῆς ἀναθεώρησης προσφέρει κάποια ἐλπίδα, ἀλλά δέν ἐξαλείφει τίς παραγωγικές καί πολιτικές δυσκολίες. Ἡ ἄνοδος τῆς AfD στίς περιφερειακές ἐκλογές τοῦ Σεπτεμβρίου δείχνει τό βάθος τῆς δυσαρέσκειας. Ὅσο ἀποδυναμώνεται ἡ ἐμπιστοσύνη στό ἐσωτερικό τῆς Γερμανίας, δυσκολεύεται καί ἡ διαμόρφωση σταθερῆς εὐρωπαϊκῆς κατεύθυνσης.

Στήν Ἰταλία, ἡ πίεση συνδυάζει δημόσιο χρέος 138,9% τοῦ ΑΕΠ τό πρῶτο τρίμηνο τοῦ 2026 μέ μακροχρόνιες ἀδυναμίες παραγωγικότητας. Ἡ δημογραφική γήρανση αὐξάνει τίς ἀνάγκες γιά συντάξεις καί ὑγεία, ἐνῷ τό γεγονός τῆς σταδιακῆς μείωσης τοῦ ἐνεργοῦ πληθυσμοῦ περιορίζει τίς δυνατότητες αὔξησης τῆς παραγωγῆς. Ἡ κυβερνητική σταθερότητα προσφέρει περιθώρια δράσης, ἀλλά τό ὑψηλό χρέος, σέ συνδυασμό μέ τήν ὑποχώρηση τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς καί τόν πληθωρισμό στό 4,2%, περιορίζει τήν ἀντοχή σέ νέους κραδασμούς.

Ἡ Ἱσπανία φωτίζει μιά διαφορετική πλευρά τοῦ εὐρωπαϊκοῦ προβλήματος: τήν ἀπόσταση ἀνάμεσα στή θετική οἰκονομική ἐπίδοση καί στήν καθημερινή ἐμπειρία τῶν πολιτῶν. Ἡ Ἐπιτροπή προέβλεπε τόν Μάιο ἀνάπτυξη 2,4% γιά τό 2026, ἀλλά ἡ καλύτερη οἰκονομική ἐπίδοση δέν ἐξασφάλισε πολιτική ἠρεμία. Ἡ στεγαστική κρίση καί ἡ ἀδυναμία ἐξασφάλισης κοινοβουλευτικῆς στήριξης γιά τήν ἀντιμετώπισή της ὁδήγησαν τόν Πέδρο Σάντσεθ στήν ἀνακοίνωση πρόωρων ἐκλογῶν. Τό μήνυμα ὑπερβαίνει τήν Ἱσπανία. Ἡ αὔξηση τοῦ ΑΕΠ χάνει τήν πολιτική της σημασία ὅταν οἱ πολῖτες δυσκολεύονται νά ἐξασφαλίσουν κατοικία καί ἀξιοπρεπῆ καθημερινότητα.

Οἱ διαφορετικές πιέσεις στίς τέσσερεις οἰκονομίες συγκλίνουν σέ ἕνα δυσμενές εὐρωπαϊκό περιβάλλον. Ἡ ἐαρινή πρόβλεψη τῆς Ἐπιτροπῆς προέβλεπε γιά τήν Εὐρωζώνη ἀνάπτυξη μόλις 0,9% καί πληθωρισμό 3% τό 2026. Ὁ συνδυασμός χαμηλῆς ἀνάπτυξης καί ἐπίμονης ἀκρίβειας συμπιέζει τά πραγματικά εἰσοδήματα, δυσκολεύει τίς ἐπενδύσεις καί αὐξάνει τίς ἀπαιτήσεις ἀπό τούς κρατικούς προϋπολογισμούς. Τά περιθώρια γιά εὔκολες λύσεις στενεύουν.

Ἡ κοινωνική ἀντοχή ἔχει ἤδη δοκιμαστεῖ. Σύμφωνα μέ τή Eurostat, 92,7 ἑκατομμύρια ἄνθρωποι στήν ΕΕ βρίσκονταν τό 2025 σέ κίνδυνο φτώχειας ἤ κοινωνικοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ὅταν ἡ ἐργασία δέν ἐξασφαλίζει προοπτική βελτίωσης καί ἡ μεσαία τάξη αἰσθάνεται ὅτι ὑποχωρεῖ, ἡ οἰκονομική ἀνασφάλεια μετατρέπεται σέ ἀμφισβήτηση τῶν θεσμῶν. Μιά νέα κρίση θά ἔβρισκε σημαντικό μέρος τῆς κοινωνίας ἤδη κουρασμένο καί δύσπιστο.

Σέ αὐτές τίς συνθῆκες, ἡ στρατιωτική διάσταση ἀποκτᾶ ἰδιαίτερο βάρος. Ὁ πόλεμος στήν Οὐκρανία διατηρεῖ τόν κίνδυνο κλιμάκωσης, ἐνῷ οἱ αὐξημένες ἀμυντικές ἀνάγκες διεκδικοῦν πόρους ἀπό πιεσμένους προϋπολογισμούς. Ἡ δέσμευση τοῦ ΝΑΤΟ γιά δαπάνες 5% τοῦ ΑΕΠ ἕως τό 2035 περιλαμβάνει τοὐλάχιστον 3,5% γιά βασικές ἀμυντικές ἀνάγκες καί ἕως 1,5% γιά δαπάνες ἀσφάλειας καί ἀνθεκτικότητας. Ἡ δέσμευση αὐτή ἐντείνει τήν ἀνάγκη μακροχρόνιου σχεδιασμοῦ. Ἡ ἀποτροπή, ὅμως, ἀπαιτεῖ παραγωγή πυρομαχικῶν, συντήρηση ἐξοπλισμοῦ, ἀσφαλῆ ἀνεφοδιασμό καί δυνατότητα κοινῶν ἀποφάσεων. Μιά πολιτικά διχασμένη καί οἰκονομικά ἐξασθενημένη Εὐρώπη δυσκολεύεται νά ἀνταποκριθεῖ. Ὁ κίνδυνος περιλαμβάνει ἐπίσης κυβερνοεπιθέσεις καί διακοπές ἐνεργειακῶν, τηλεπικοινωνιακῶν καί μεταφορικῶν δικτύων, πού μποροῦν νά πλήξουν τήν οἰκονομία χωρίς γενικευμένο πόλεμο.

Ἀπαιτεῖται ἑπομένως προετοιμασία σέ κάθε ἐπίπεδο. Πολιτικά, συνεννόηση καί συνέχεια τῆς κρατικῆς λειτουργίας. Κοινωνικά, προστασία βασικῶν ὑπηρεσιῶν καί εὐάλωτων εἰσοδημάτων. Στρατιωτικά, ἀξιόπιστη ἀποτροπή καί λειτουργικά σχέδια πολιτικῆς προστασίας. Προπαντός οἰκονομικά, χρειάζεται νά ἐνισχυθοῦν οἱ ἀντοχές πρίν περιοριστοῦν οἱ ἐπιλογές.

Γιά τήν Ἑλλάδα, δύο προτεραιότητες εἶναι κρίσιμες. Πρῶτον, ἡ διασφάλιση τῆς χρηματοδοτικῆς συνέχειας κράτους καί οἰκονομίας, μέ ἐπαρκῆ διαθέσιμα, προγραμματισμό τῶν δανειακῶν ἀναγκῶν καί σχέδια διατήρησης τῆς χρηματοδότησης βιώσιμων ἐπιχειρήσεων. Δεύτερον, ἡ ἀσφάλεια τῆς παραγωγῆς καί τοῦ ἐφοδιασμοῦ, μέ ἐναλλακτικές ἐνεργειακές πηγές, προστασία κρίσιμων ὑποδομῶν καί ἀποθέματα βασικῶν ἀγαθῶν.

Ἄς πάρουμε ἐγκαίρως τά μέτρα μας μέ τήν εὐχή νά μή χρειαστοῦν στήν πράξη.

Advertisement 1

Advertisement 2


















Advertisement 4

Κεντρικό θέμα